Ιωάννης Καποδίστριας - Η πολιτική του στην Ελλάδα - Το τιτάνιο έργο του (μέρος Ε΄)

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Ξεκινώντας τον ιστότοπο μας σας παρουσιάσαμε την πολιτική δραστηριότητα του Ιωάννη Καποδίστρια από τα νεανικά του χρόνια έως την μετάβαση του στην Ελλάδα δημιουργώντας ένα μικρό οδοιπορικό.
Συνεχίζοντας και ολοκληρώνοντας την πολιτική δραστηριότητα του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη πλέον της Ελλάδος προχωρήσαμε σε ένα ακόμη βήμα. Καταγράψαμε όσο αυτό μας ήταν δυνατό τις επιλογές, τις πολιτικές αποφάσεις και τους σχεδιασμούς του Κυβερνήτη σε 13 τομείς. Στη προσπάθεια μας αυτή βοηθό θα βρείτε το συνοδευτικό διαδραστικό υλικό ώστε να περιηγηθείτε στους 13 τομείς πιο εύκολα. Θα ήταν πολύ βοηθητικό να διαβάσετε το κείμενο που ακολουθεί όπου με περιγραφές μαρτύρων της εποχής, αλλά και του ιδίου του Καποδίστρια, θα κατανοήσετε τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα όταν ο πρώτος Κυβερνήτης ανέλαβε τα ηνία της χώρας. Έτσι θα μπορέσετε να έχετε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα στο τι επέτυχε ο Καποδίστριας σε τρεισήμισι μόλις χρόνια που κυβέρνησε τον τόπο μας.
Περιηγηθείτε σε κάθε τομέα από τις παρακάτω επιλογές για να δείτε την δραστηριότητα του Ιωάννη Καποδίστρια .
 Το χάος που επικρατούσε μας περιγράφει γλαφυρά η έκθεση του Υπουργού επί των εξωτερικών Α. Λόντου: «Εις την Ελλάδα δεν υπάρχουσιν ούτε εμπόριον, ούτε τέχναι, ούτε βιομηχανία, ούτε γεωργία. Οι χωρικοί δεν σπείρουσι πλέον, διότι δεν έχουσι πεποίθησιν ότι θέλουσι θερίσει, και αν θερίσωσι, δεν ελπίζουσι να φυλάξωσι τους καρπούς των από τον στρατιώτην. Ο έμπορος δεν είναι ασφαλής εις τάς πόλεις τρέμει δ' από τον φόβον των πειρατών, οι οποίοι έχουσιν ανοικτά τα όμματα και περιμένουσι τα πλοία εις την διάβασίν των να τα προσβάλωσιν. Η δολοφονία καλύπτει την κλοπήν με την μυστικότητα ο τεχνίτης δεν είναι βέβαιος ότι θα πληρωθή διά την εργασίαν του. Το δικαίωμα του ισχυροτέρου είναι το μόνον όπου υπάρχει πραγματικώς. Οι κοινωνικοί δεσμοί παρελύθησαν. Ο πολίτης δεν απολαύει του νόμου την υπεράσπισιν. Μόνη του λαού η ακένωτος μακροθυμία εμπόδισε τού να φθάσωσι τα πράγματα εις φρικωδεστέραν κατάστασιν».
 
Χαρακτηριστική είναι και η περιγραφή του Φρίντριχ Φον Τιρς: «Η χώρα όση είχε απελευθερωθεί ως εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε μ' ένα σωρό ερείπια που καπνίζουν ύστερα από μια καταστρεπτική πυρκαϊά. Στη στεριά επικρατούσε το δίκαιο της αρπακτικότητας του τοπάρχη κοτζάμπαση και στη θάλασσα η πειρατεία. Ο Μοριάς ήταν ρημαδιό. Κάθε μεγαλοκαπετάνιος που κρατούσε ένα κάστρο (Μονεμβασιά ο Πετρόμπεης, Ακροκόρινθο ο Κίτσος Τζαβέλλας, Παλαμήδι οι Γρίβας και Στράτος) τυραννούσε σαν κατακτητής το γυμνό και άστεγο πληθυσμό. Παραγωγή δεν υπήρχε, ούτε χέρια να επιδοθούν στην καλλιέργεια της γης λόγω της ανασφάλειας. Ο πληθυσμός είχε καταφύγει στα βουνά και τις σπηλιές. Εικοσιπέντε χιλιάδες μαχητές περιπλανιόνταν χωρίς καμμιά μισθοτροφοδοσία ή ενίσχυση, ενώ οι μοναδικές δημόσιες πρόσοδοι (δεκάτη και τελωνειακές εισπράξεις του Αναπλιού) δεν λειτουργούσαν. Κράτος, δηλαδή, και στην πιο υποτυπώδη του έννοια δεν υπήρχε».
Ο ίδιος ο Καποδίστριας περιέγραψε την υποδοχή που του έγινε: «...Είδα πολλά εις την ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα, δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ειδεί ...(Ζήτω ο Κυβερνήτης, ο σωτήρας μας,ο ελευθερωτής μας), εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τες σπηλιές. Δεν ήταν το συναπάντημα μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος: Η γη εβρέχετο από δάκρυα εβρέχετο η μερτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από το γιαλό εις την Εκκλησία.Ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού έσχιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες, γέροντες, μου εζητούσαν να αναστήσω τους αποθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους, και μου έλεγαν να τα ζήσω και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα και εγώ.Και με δίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και εσείς με προσκαλέσατε να οικοδομήσω, να θεμελιώσω ....».
Αλλού ανάφερε: «Από Καλαμάτας μέχρι Ναυπλίου, ούτε χωρίον υπάρχει εν, ούτε κώμη, ούτε πόλις , με στέγασμα το παραμικρόν. Εκτεταμένοι αμπελώνες αποκεχερσωμένοι, κοιλάδες πολύωροι, άλλοτε μεν σιτοπληθείς, σήμερον δε άφοροι και καταλελιμνασμέναι υπό της πλημμύρας των ποταμών, χιλιάδες οικογενειών αναζητούσιν τας εαυτών εστίας ανά μέσον των ερήμων και των συντριμμάτων..».
Η κατάσταση ήταν αποκαρδιωτική και τα οικονομικά του κράτους ανύπαρκτα, όπως ανέφερε ο Γραμματέας των Οικονομικών Π.Ν. Λιδωρίκης: «Εξοχώτατε, όχι μόνον χρήματα δεν υπάρχουσιν εν τω ταμείω, αλλ' ούτε ταμείον υπάρχει διότι δεν υπήρξε ποτέ» ούτε τα χρήματα της επισκευής της κυβερνητικής κατοικίας δεν είχαν να πληρώσουν «...Το λέγω με εντροπήν, δεν ήμην εις θέσιν να πληρώσω εις τους κτίστας και τους ξυλουργούς τα έξοδα των επισκευών, αίτινες έγιναν εις το οίκημα το οποίον κατέχει η Υψηλότης σας και παρακαλώ αυτήν να λάβη οίκτον των ανθρώπων τούτων, οίτινες απαιτούσι τα ημερομίσθια των...».
Οι ίδιοι Έλληνες είχαν καταλάβει το αδιέξοδο και ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έλεγε: «Εάν εμείς εφυτεύσαμεν το δέντρο της ελευθερίας, ως απαίδευτοι όμως είμεθα ανάξιοι και να καλλιεργήσομεν αυτό».
Τέτοια ήταν η κατάσταση ώστε ο σύγχρονος Νικόλαος Δραγούμης, ο οποίος διέτελεσε γραμματέας του Καποδίστρια, αναφέρει για τις γνώσεις και δυνατότητες των Ελλήνων όσον αφορά τα διοικητικά στο έργο του «Ιστορικαί Αναμνήσεις»:
«Εν Αθήναις, παραδείγματος χάριν, ιδρύθη διοίκησις εκ πέντε εφόρων, ... και ο πέμπτος, μέλος αντεπιστέλλον αλλά ποιά του αντεπιστέλλοντος τα καθήκοντα; Άγνωστον».
και αλλού:
«Οι πρώτοι νομοθέτες της Ελλάδος συνήλθον εις Επίδαυρον οι δέ επιζήσαντες διηγούντο ότι δάκρυα έρρεον από των οφθαλμών πάντων, και ως εν τη ημέρα της Αναστάσεως ανταπεδίδοντο ασπασμοί. Συνήλθον δε ουδέν ωρισμένον σχέδιον, ουδεμίαν καθαράν ιδέαν έχοντας περί πολιτεύματος. Ιταλός της εκ των προσφύγων Βικέντιος Γαλλήνας, ανήρ λόγιος, έσωσε τους νομοθέτες από της αμηχανίας, αυτοσχεδιάσας Σύνταγμα».
Και αλλού:
«Αλλά, ει και ως είπον, τέσσερας ως έγγιστα μήνας διήρκησεν η συνέλευσις (της Τροιζήνας), πράξις όμως αξία λόγου δύο μόνον εψήφισεν. Την αναγόρευση του Κυβερνήτου, και τον διορισμό του Στολάρχου και του Στρατάρχου».
Ο Νικόλαος Δραγούμης καταλήγει γράφοντας: «Απαιτείται εξουσία αδιαίρετος, συμπαγής, άφταρχος, εν ακαρεί αποφασίζουσα και αστραπιδών εκτέλουσα τας αποφάσεις, εξουσία δημιουργός, «γεννηθήτω φώς, και εγένετο φώς ...».
Από αυτά τα λίγα, μπορεί κανείς να φανταστεί τι ικανότητες πρέπει να διέθετε ο Ιωάννης Καποδίστριας και τι ψυχική δύναμη να είχε, ώστε σε 45 μόλις μήνες διακυβέρνησης, να καταφέρει να αναγεννήσει ένα Έθνος και να τοποθετήσει τα θεμέλια ενός νέου Κράτους παρά τις τόσες αντιξοότητες, την ανέχεια, και τον συνεχιζόμενο πόλεμο εναντίον των Τούρκων.
Για να συνειδητοποιήσει κανείς πόσο δύσκολο ήταν το εγχείρημα που είχε αναλάβει, αρκεί να σκεφτεί ότι καμμία από τις Ξένες Δυνάμεις δεν θέλησε να στείλει κάποιον Ηγεμόνα, παρ' όλο που θα ήταν αυτόνοητη η επιρροή τους. Χαρακτηριστική είναι η στιχομυθία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη με τον Αγγλο Πλοίαρχο Hamilton την οποία περιγράφει ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματα του: «Του είπα, Καπιτάν Άμιλτον, ήλθαμεν να πάρωμεν την συμβουλή σου, ως μας συμβούλευες πάντοτε δια την ελευθευρία μας ... τώρα χρειαζόμεθα έναν πολιτικόν τάχα δεν μας δίδει η Αγγλία έναν πρόεδρον, ένα Βασιλέα; Μας αποκρίθηκε, όχι, ποτέ δεν γίνεται. - Δεν μας δίδει η Φράντζα; - Ομοίως μας αποκρίθη - Η Ρουσσία; - Όχι. Η Προυσία; - Όχι. - Η Ανάπολι; - Όχι. - Η Ισπανία; - Όχι, δεν γίνεται, αφού εμελέτησα όλα τα Βασίλεια. - Σαν δεν μας δίδουν τούταις οι αυλαίς, τι θα γείνωμεν ημείς; - Μας αποκρίθηκε, ότι τηράτε να ευρήτε κανέναν Έλληνα. Ημείς άλλον Έλληνα αξιότερον δεν έχομεν, μόνον να εκλέξωμεν τον Καποδίστριαν. ... Μου αποκρίθηκε εκ καρδίας . «Πάρτε τον Καποδίστρια ή όποιον διάβολον θέλετε, διατί εχαθήκατε». Όπως παρατηρεί και ο Νικόλαος Δραγούμης στις Ιστορικαί Αναμνήσεις: «Ότε δε προέκειτο να ονομαστεί ο Καποδίστριας, ερωτηθείς διά του Άμιλτον ο εν Κωνσταντινοπώλη Κάννινγκ μη δυσαρεστηθεί η Αγγλία, έχουμεν ανάγκην μιάς Ελλάδος, εξ ου φαίνεται ότι περί της σωτηρίας ταύτης μεριμνών ο φιλέλλην Βρετανός, ηδιαφόρη περί του πολιτικού φρονήματος του Κυβερνήτου».
Καί ότι μέν εξ αρχής του αγώνος ο Καποδίστριας εθεωρείτο υπό των Ελλήνων ικανώτερος πάντων των λοιπών ίνα κυβερνήση, αναγινώσκομεν και έν τινι προς τον Δ. Υψηλάντην επιστολή του Μαυροκορδάτου.
«Άν θέλωμεν να σώσωμεν το γένος», έγραφε τo 1821, «άν είμεθα αληθείς στρατιώται, ας αφήσωμεν τα ονόματα αρχηγών, πληρεξουσίων και επιτρόπων, ας οργανίσωμεν την διοίκησιν από τους ιδίους εντοπίους των οποίων να γίνωμεν ημείς οδηγοί καθ' όσον δυνάμεθα, ας την συγκεντρώσωμεν εις ολίγων χείρας εν όσω να προσκαλέσωμεν κανέν υποκείμενον, οίος ο Πρίγκηψ Ευγένιος ή ο Κόμης Καποδίστριας ή πας τις άλλος ανώτερος ημών».
Ο Καποδίστριας όχι μόνο θυσίασε και δόξα και πλούτη για να έρθει στην Ελλάδα, αλλά ξόδεψε και όλη του την περιουσία για να βοηθήσει στην ίδρυση του Ελληνικού κράτους. Προχώρησε με τολμηρά και γενναία βήματα στη οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης, ανασύστησε την οικονομία, αναδόμησε τις κατεστραμμένες πόλεις, γέμισε με σχολεία την Ελληνική επικράτεια, ανασύνταξε τον στρατό, οργάνωσε την Εκκλησία, τη δικαιοσύνη, την υγεία, τη γεωργία, εμφύσησε αίσθημα ασφάλειας στον λαό, έδωσε διπλωματικές μάχες για την επέκταση της Ελληνικής επικράτειας, πολέμησε και εκδίωξε τους Τούρκους.