Συνθήκη Σένγκεν

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

star
Νόμος υπ` αριθ. 2514


Κύρωση: 1) της Συμφωνίας μεταξύ των Κυβερνήσεων των Κρατών της Οικονομικής Ένωσης του Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, 2) της Σύμβασης Εφαρμογής της ανωτέρω Συμφωνίας μεταξύ των ιδίων Κρατών - Μελών, 3) των Πρωτοκόλλων και των Συμφωνιών προσχώρησης στις παραπάνω Συμφωνίες: της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Αυστριακής Δημοκρατίας, της Φινλανδικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Δανίας και του Βασιλείου της Σουηδίας, μετά των τελικών πράξεων, πρακτικών, δηλώσεων και κοινών δηλώσεων αυτών.



Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο και ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο πρώτο

Κυρώνονται και έχουν την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος:

1. Η Συμφωνία μεταξύ των Κυβερνήσεων των Κρατών της Οικονομικής Ένωσης του Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, που υπογράφηκε στο Σένγκεν στις 14 Ιουνίου 1985, σε πρωτότυπο στη γαλλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική.

2. Η Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των Κυβερνήσεων των Κρατών της Οικονομικής Ένωσης του Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, για τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, που υπογράφηκε στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990, σε πρωτότυπο στη γαλλική και γερμανική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική.

3. Τα Πρωτόκολλα και οι Συμφωνίες προσχώρησης στη Συμφωνία Σένγκεν και στη Σύμβαση Εφαρμογής αυτής, μετά των τελικών πράξεων, δηλώσεων και κοινών δηλώσεων:

α) της Ιταλικής Δημοκρατίας, που υπογράφηκε στο Παρίσι στις 27 Νοεμβρίου 1990,

β) του Βασιλείου της Ισπανίας, που υπογράφηκε στη Βόννη στις 25 Ιουνίου 1991, και

γ) της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας, που υπογράφηκε στη Βόννη στις 25 Ιουνίου 1991,

σε πρωτότυπο στη γαλλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική, και

4. Τα Πρωτόκολλα και οι Συμφωνίες προσχώρησης στη Συμφωνία Σένγκεν και στη Σύμβαση Εφαρμογής αυτής, μετά των τελικών πράξεων, δηλώσεων και κοινών δηλώσεων:

α) της Ελληνικής Δημοκρατίας, που υπογράφηκε στη Μαδρίτη στις 6 Νοεμβρίου 1992,

β) της Αυστριακής Δημοκρατίας, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 28 Απριλίου 1995,

γ) της Φινλανδικής Δημοκρατίας, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο, στις 19 Δεκεμβρίου 1996,

δ) του Βασιλείου της Δανίας, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο, στις 19 Δεκεμβρίου 1996,

ε) του Βασιλείου της Σουηδίας, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο, στις 19 Δεκεμβρίου 1996, σε πρωτότυπο στην ελληνική γλώσσα.

5. Τα κείμενα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου έχουν ως εξής:



ΣΥΜΒΑΣΗ

ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΣΕΝΓΚΕΝ

ΤΗΣ 14 ΙΟΥΝΙΟΥ 1985

ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ

ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΠΕΝΕΛΟΥΞ

ΤΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ

ΣΤΑ ΚΟΙΝΑ ΣΥΝΟΡΑ



Το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στο εξής καλούμενα τα Συμβαλλόμενα Μέρη,

βασιζόμενα στη συμφωνία Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα,

έχοντας αποφασίσει να πραγματώσουν τον διατυπωθέντα στην εν λόγω Συμφωνία στόχο της καταργήσεως των ελέγχων στα κοινά σύνορα ως προς την κυκλοφορία των προσώπων και της διευκολύνσεως της μεταφοράς και της διακινήσεως των εμπορευμάτων,

εκτιμώντας ότι η ιδρυτική Συνθήκη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως συμπληρώθηκε με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, προβλέπει ότι η εσωτερική αγορά περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα,

εκτιμώντας ότι ο επιδιωκόμενος από τα Συμβαλλόμενα Μέρη σκοπός συμπίπτει με αυτόν τον στόχο, υπό την επιφύλαξη των μέτρων που θα ληφθούν σε εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης,

εκτιμώντας ότι η εκπλήρωση αυτού του στόχου απαιτεί μία σειρά πρόσφορων μέσων και στενή συνεργασία μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών,

συμφώνησαν τα ακόλουθα:



ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΟΡΙΣΜΟΙ



Άρθρο 1

Κατά την έννοια της παρούσης Συμβάσεως, νοούνται ως:

Εσωτερικά σύνορα:

Τα κοινά χερσαία σύνορα των Συμβαλλόμενων Μερών καθώς επίσης τα αεροδρόμιά τους για τις εσωτερικές πτήσεις και τα θαλάσσια λιμάνια τους για τις τακτικές γραμμές των πλοίων διαμετακομίσεως, προερχόμενων ή κατευθυνόμενων αποκλειστικώς από άλλα λιμάνια στο έδαφος των Συμβαλλόμενων Μερών χωρίς να καταπλεύσουν σε λιμάνια εκτός του εδάφους τους.

Εξωτερικά σύνορα:

Τα χερσαία και θαλάσσια σύνορα καθώς επίσης τα αεροδρόμια και τα θαλάσσια λιμάνια των Συμβαλλόμενων Μερών, εφόσον δεν αποτελούν εσωτερικά σύνορα.

Εσωτερική πτήση:

Πτήση προερχόμενη ή προοριζόμενη αποκλειστικώς σε εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών χωρίς προσγείωση στο έδαφος ενός τρίτου κράτους.

Τρίτο κράτος:

Κράτος, το οποίο δεν είναι Συμβαλλόμενο Μέρος.

Αλλοδαπός:

Πρόσωπο, το οποίο δεν είναι υπήκοος Κράτους Μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Αλλοδαπός καταχωρηθείς με σκοπό την απαγόρευση εισόδου:

Αλλοδαπός, ο οποίος κατά τις διατάξεις του άρθρου 96 έχει καταχωρηθεί στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν με σκοπό την απαγόρευση εισόδου.

Σημείο συνοριακής διελεύσεως:

Σημείο διελεύσεως στο οποίο επιτρέπουν οι αρμόδιες αρχές τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων.

Συνοριακός έλεγχος:

Ο έλεγχος στα σύνορα, ο οποίος - ανεξάρτητα από κάθε άλλη αιτία - διενεργείται μόνο στο πρόσωπο που προτίθεται να διέλθει τα σύνορα.

Μεταφορέας:

Φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αναλαμβάνει κατ` επάγγελμα τη μεταφορά προσώπων μέσω εναέριας, θαλάσσιας ή χερσαίας οδού.

Τίτλος διαμονής:

Κάθε άδεια οποιασδήποτε μορφής, η οποία χορηγείται από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος και παρέχει δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά του. Δεν περιλαμβάνει ο ορισμός αυτός την προσωρινή άδεια διαμονής στην επικράτεια ενός Συμβαλλόμενου Μέρους ενόψη της εξετάσεως αιτήσεως παροχής ασύλου ή αιτήσεως τίτλου διαμονής.

Αίτηση ασύλου:

Κάθε έγγραφη, προφορική ή κατ` άλλον τρόπο αίτηση, η οποία υποβάλλεται από αλλοδαπό στα εξωτερικά σύνορα ή στην επικράτεια ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, προκειμένου να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, με την ιδιότητα δε του πρόσφυγα να τύχει δικαιώματος διαμονής.

Αιτών άσυλο:

Αλλοδαπός, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση παροχής ασύλου κατά την έννοια της παρούσης Συμβάσεως και επ` αυτής δεν έχει ληφθεί ακόμη οριστική απόφαση.

Εξέταση αιτήσεως παροχής ασύλου:

Όλες οι διαδικασίες ελέγχου και αποφάσεως σε αίτηση παροχής ασύλου καθώς επίσης το σύνολο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν προς εκτέλεση οριστικών αποφάσεων, με εξαίρεση τον καθορισμό του Συμβαλλόμενου Μέρους, το οποίο βάσει της παρούσης Συμβάσεως είναι αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου.



ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

Κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα και κυκλοφορία των προσώπων



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Διέλευση των εσωτερικών συνόρων



Άρθρο 2

1. Η διέλευση των εσωτερικών συνόρων μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε σημείο, χωρίς να πραγματοποιηθεί έλεγχος προσώπων.

2. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, εν τούτοις, μετά από διαβούλευση με τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη, όταν το επιβάλλει η δημόσια τάξη ή η εθνική ασφάλεια, να αποφασίσει ότι για περιορισμένη χρονική περίοδο θα πραγματοποιηθούν στα εσωτερικά του σύνορα εθνικοί συνοριακοί έλεγχοι προσαρμοσμένοι στην κατάσταση. Αν η δημόσια τάξη ή η εθνική ασφάλεια απαιτούν μια άμεση ενέργεια, το ενδιαφερόμενο Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα και πληροφορεί σχετικά, το ταχύτερο δυνατό, τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη.

3. Η κατάργηση του ελέγχου των προσώπων στα εσωτερικά σύνορα δεν επηρεάζει ούτε τις διατάξεις του άρθρου 22 ούτε την άσκηση των αστυνομικών αρμοδιοτήτων εκ μέρους των αρμόδιων αρχών στο σύνολο της επικράτειας κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους δυνάμει της νομοθεσίας του, είτε τις υποχρεώσεις κατοχής, μεταφοράς και επιδείξεως τίτλων και εγγράφων, που προβλέπονται από τη νομοθεσία του.

4. Οι έλεγχοι των εμπορευμάτων διενεργούνται σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διέλευση των εξωτερικών συνόρων



Άρθρο 3

1. Κατά κανόνα η διέλευση των εξωτερικών συνόρων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στα σημεία συνοριακής διελεύσεως κατά τη διάρκεια των καθορισμένων ωρών κυκλοφορίας. Οι ειδικότερες διατάξεις και οι εξαιρέσεις, ο τρόπος διεξαγωγής της μικρής διασυνοριακής κυκλοφορίας καθώς επίσης και οι κανόνες που εφαρμόζονται σε ειδικές κατηγορίες θαλάσσιας κυκλοφορίας, όπως η ναυσιπλοΐα αναψυχής ή η παράκτια αλιεία, αποφασίζονται από την Εκτελεστική Επιτροπή.

2. Συμβαλλόμενη Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να επιβάλουν κυρώσεις για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων, η οποία γίνεται χωρίς άδεια, εκτός των σημείων συνοριακής διελεύσεως και των καθορισμένων ωρών κυκλοφορίας.



Άρθρο 4

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη εγγυώνται ότι από το 1993 οι ταξιδιώτες πτήσεως προερχόμενης από τρίτα Κράτη, που επιβιβάζονται σε πτήσεις εσωτερικού, θα υπόκεινται προηγουμένως κατά την είσοδο στο αεροδρόμιο αφίξεως της εξωτερικής πτήσεως, σε έλεγχο προσώπων και έλεγχο χειραποσκευών. Οι ταξιδιώτες εξωτερικής πτήσεως που επιβιβάζονται με προορισμό τρίτα Κράτη, θα υπόκεινται προηγουμένως, κατά την έξοδο, σε έλεγχο προσώπων και σε έλεγχο χειραποσκευών στο αεροδρόμιο αναχωρήσεως της εξωτερικής πτήσεως.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι έλεγχοι να μπορούν να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1.

3. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν επηρεάζουν τον έλεγχο των αποσκευών που έχουν παραδοθεί. Ο έλεγχος αυτός πραγματοποιείται αντίστοιχα στο αεροδρόμιο τελικού προορισμού ή στο αεροδρόμιο της αρχικής αναχωρήσεως.

4. Μέχρι την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 ημερομηνία τα αεροδρόμια θεωρούνται, κατά παρέκκλιση από τον ορισμό των εσωτερικών συνόρων, εξωτερικά σύνορα σχετικά με τις πτήσεις εσωτερικού.



Άρθρο 5

1. Μπορεί να επιτραπεί η είσοδος στα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών, για διαμονή που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, στον αλλοδαπό που εκπληρώνει τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α. Είναι κάτοχος έγκυρου εγγράφου ή εγγράφων, επιτρεπόντων τη διέλευση των συνόρων, καθοριζομένων από την Εκτελεστική Επιτροπή.

β. Είναι κάτοχος έγκυρης θεωρήσεως, αν αυτή απαιτείται.

γ. Προσκομίζει οποιαδήποτε έγγραφα που δικαιολογούν τον σκοπό και καθορίζουν τις προϋποθέσεις της προβλεπόμενης διαμονής, διαθέτει δε τα επαρκή μέσα διαβιώσεως, τόσο για τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής του όσο και για την επιστροφή στη χώρα προελεύσεώς του ή τη διέλευση προς τρίτο κράτος στο οποίο είναι εξασφαλισμένη η είσοδός του ή είναι σε θέση να αποκτήσει νομίμως τα μέσα διαβιώσεώς του.

δ. Δεν έχει καταχωρηθεί με σκοπό την απαγόρευση εισόδου.

ε. Δεν θεωρείται ότι μπορεί να διαταράξει την δημόσια τάξη, την εθνική ασφάλεια ή τις διεθνείς σχέσεις ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη.

2. Η είσοδος στα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών πρέπει να απαγορεύεται στον αλλοδαπό που δεν εκπληρώνει τις προϋποθέσεις αυτές στο σύνολό τους, εκτός αν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος κρίνει απαραίτητο να παρεκκλίνει από την αρχή αυτή για λόγους ανθρωπιστικούς ή εθνικού συμφέροντος ή λόγω διεθνών υποχρεώσεων. Στην περίπτωση αυτή, η είσοδος θα περιορίζεται στο έδαφος του ενδιαφερόμενου Συμβαλλόμενου Μέρους, το οποίο πρέπει να ειδοποιήσει σχετικά τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη.

Οι κανόνες αυτοί δεν θίγουν την εφαρμογή των ειδικών διατάξεων περί δικαιώματος παροχής ασύλου ούτε των διατάξεων του άρθρου 18.

3. Επιτρέπεται η διέλευση αλλοδαπού που είναι κάτοχος άδειας διαμονής ή θεωρήσεως επιστροφής που έχει χορηγήσει ένα Συμβαλλόμενο Μέρος ή αν είναι απαραίτητο, και των δυο αυτών εγγράφων, εκτός και αν έχει καταχωρηθεί στον εθνικό κατάλογο του Συμβαλλόμενου Μέρους στα εξωτερικά σύνορα του οποίου παρουσιάζεται.



Άρθρο 6

1. Η διασυνοριακή κυκλοφορία στα εξωτερικά σύνορα υπόκειται στον έλεγχο των αρμόδιων αρχών. Ο έλεγχος πραγματοποιείται, σύμφωνα με ομοιόμορφα κριτήρια από τις αρμόδιες εθνικές αρχές στο πλαίσιο της εθνικής δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα όλων των Συμβαλλόμενων Μερών στο σύνολο της επικράτειας των τελευταίων.

2. Τα ομοιόμορφα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι τα ακόλουθα:

α. Ο έλεγχος των προσώπων περιλαμβάνει όχι μόνο την εξακρίβωση των ταξιδιωτικών εγγράφων και των άλλων προϋποθέσεων εισόδου, διαμονής, εργασίας και εξόδου, αλλά επίσης την έρευνα και την αποτροπή των απειλών κατά της εθνικής ασφαλείας και της δημόσιας τάξεως των Συμβαλλόμενων Μερών. Ο έλεγχος αυτός αφορά επίσης τα οχήματα και τα αντικείμενα, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή των προσώπων που διασχίζουν τα σύνορα. Πραγματοποιείται από κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, ιδίως ως προς τη διενέργεια έρευνας.

β. Όλα τα πρόσωπα πρέπει να υποβάλλονται τουλάχιστον σε έναν έλεγχο, ο οποίος επιτρέπει την εξακρίβωση της ταυτότητάς τους με την προσκόμιση ή επίδειξη ταξιδιωτικών εγγράφων.

γ. Κατά την είσοδο, οι αλλοδαποί πρέπει να υποβάλλονται σε πλήρη έλεγχο, σύμφωνα με τις διατάξεις της περιπτώσεως α.

δ. Κατά την έξοδο, ο απαιτούμενος έλεγχος πραγματοποιείται για το συμφέρον όλων των Συμβαλλόμενων Μερών δυνάμει της νομοθεσίας περί αλλοδαπών και με σκοπό την έρευνα και την αποτροπή απειλών κατά της εθνικής ασφαλείας και της δημόσιας τάξεως των Συμβαλλόμενων Μερών. Ο έλεγχος αυτός πραγματοποιείται σε κάθε περίπτωση σε όλους τους αλλοδαπούς.

ε. Αν λόγω ειδικών περιστάσεων δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν αυτοί οι έλεγχοι, πρέπει να καθορίζονται προτεραιότητες. Για τον σκοπό αυτόν, ο έλεγχος της κυκλοφορίας κατά την είσοδο έχει κατά κανόνα προτεραιότητα έναντι του ελέγχου κατά την έξοδο.

3. Οι αρμόδιες αρχές επιτηρούν με κινητές μονάδες τα ενδιάμεσα διαστήματα των εξωτερικών συνόρων μεταξύ των συνοριακών σημείων διελεύσεως. Το ίδιο ισχύει και για τα σημεία διελεύσεως των συνόρων, εκτός των κανονικών ωρών κυκλοφορίας. Ο έλεγχος αυτός πραγματοποιείται κατά τρόπον ώστε να μην προτρέπει τα πρόσωπα στην αποφυγή του ελέγχου στα σημεία διελεύσεως. Οι τρόποι της επιτηρήσεως καθορίζονται, κατά περίπτωση, από την Εκτελεστική Επιτροπή.

4. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διαθέτουν προσωπικό κατάλληλο και επαρκές για την άσκηση του ελέγχου και της επιτηρήσεως των εξωτερικών συνόρων.

5. Στα εξωτερικά σύνορα ασκείται έλεγχος αντίστοιχου επιπέδου.



Άρθρο 7

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν συνδρομή και διασφαλίζουν στενή και διαρκή συνεργασία με σκοπό την αποτελεσματική άσκηση ελέγχων και επιτηρήσεων. Ανταλλάσσουν κυρίως κάθε είδους σχετικές και σημαντικές πληροφορίες, με εξαίρεση τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, πλην αντίθετων διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως, σε μία εναρμόνιση, κατά το μέτρο του δυνατού, των οδηγιών που έχουν δοθεί στις υπηρεσίες, οι οποίες είναι επιφορτισμένες με τους ελέγχους και την παροχή εκπαιδεύσεως και επιμορφώσεως στο προσωπικό που εκτελεί καθήκοντα σε υπηρεσίες ελέγχων. Η συνεργασία αυτή μπορεί να λάβει μορφή ανταλλαγής υπαλλήλων - συνδέσμων.



Άρθρο 8

Η Εκτελεστική Επιτροπή λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις σχετικά με τους πρακτικούς τρόπους εφαρμογής των ελέγχων και της επιτηρήσεως των συνόρων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Θεωρήσεις



Τμήμα 1

Θεωρήσεις για διαμονή σύντομης διαρκείας



Άρθρο 9

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ακολουθήσουν κοινή πολιτική, για την κυκλοφορία των προσώπων και ειδικά το καθεστώς των θεωρήσεων. Προς τον σκοπό αυτόν, παρέχουν αμοιβαία συνδρομή. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να επιδιώξουν, με κοινή συμφωνία, εναρμόνιση της πολιτικής τους ως προς τις θεωρήσεις.

2. Έναντι τρίτων χωρών, οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται, κατά την υπογραφή της παρούσης Συμβάσεως ή κατόπιν αυτής, σε καθεστώς κοινής θεωρήσεως για όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη, το καθεστώς αυτό μπορεί να μεταβληθεί μόνο με κοινή συμφωνία όλων των Συμβαλλόμενων Μερών. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί σε εξαιρετική περίπτωση να παρεκκλίνει από το κοινό καθεστώς θεωρήσεων έναντι τρίτου κράτους για σπουδαίους λόγους εθνικής πολιτικής οι οποίοι επιβάλλουν επείγουσα απόφαση. Οφείλει προηγουμένως να διαβουλευθεί με τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη και στην απόφασή του να λάβει υπόψη τα συμφέροντά τους καθώς και τις επιπτώσεις αυτής της αποφάσεως.



Άρθρο 10

1. Καθιερώνεται ομοιόμορφη θεώρηση, ισχύουσα στην επικράτεια του συνόλου των Συμβαλλόμενων Μερών. Η θεώρηση αυτή, η διάρκεια ισχύος της οποίας ρυθμίζεται από το άρθρο 11, μπορεί να χορηγηθεί για διαμονή τριών μηνών κατ` ανώτατο όριο.

2. Μέχρι την καθιέρωση της θεωρήσεως αυτής, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναγνωρίζουν τις αντίστοιχες εθνικές τους θεωρήσεις, εφόσον η χορήγησή τους πραγματοποιείται βάσει των κοινών όρων και κριτηρίων που καθορίζουν οι σχετικές διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

3. Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος επιφυλάσσεται του δικαιώματος να περιορίζει την εδαφική ισχύ της θεωρήσεως, σύμφωνα με τους κοινούς κανόνες που ορίζονται στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.



Άρθρο 11

1. Η θεώρηση που καθιερώνεται στο άρθρο 10 μπορεί να είναι:

α. Θεώρηση ταξιδίου ισχύουσα για μία ή περισσότερες εισόδους, χωρίς ούτε η διάρκεια συνεχούς διαμονής ούτε η συνολική διάρκεια των διαδοχικών διαμονών να μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες ανά εξάμηνο, από την ημερομηνία της πρώτης εισόδου.

β. Θεώρηση διελεύσεως που επιτρέπει στον κάτοχό της να διέλθει μία, δύο ή κατ` εξαίρεση περισσότερες φορές από τα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών για να μεταβεί στην επικράτεια ενός τρίτου Κράτους, χωρίς η διάρκεια διελεύσεως να μπορεί να υπερβεί τις πέντε ημέρες.

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν επηρεάζουν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος να χορηγήσει, σε περίπτωση ανάγκης, μία νέα θεώρηση κατά την διάρκεια του υπό εξέταση εξαμήνου, η ισχύς της οποίας θα περιορίζεται στην επικράτειά του.



Άρθρο 12

1. Η ομοιόμορφη θεώρηση που καθιερώνει το άρθρο 10 παράγραφος 1, χορηγείται από τις διπλωματικές και προξενικές αρχές των Συμβαλλόμενων Μερών και, αν συντρέχει περίπτωση, από τις αρχές των Συμβαλλόμενων Μερών που ορίζονται στο πλαίσιο του άρθρου 17.

2. Αρμόδιο Συμβαλλόμενο Μέρος για τη χορήγηση αυτής της θεωρήσεως είναι, κατά κανόνα, αυτό του κύριου προορισμού. Αν ο προορισμός αυτός δεν μπορεί να καθορισθεί, η χορήγηση της θεωρήσεως ανήκει, κατά κανόνα, στο διπλωματικό ή προξενικό γραφείο του Συμβαλλόμενου Μέρους της πρώτης εισόδου.

3. Η Εκτελεστική Επιτροπή ορίζει τους τρόπους εφαρμογής και ιδίως τα κριτήρια καθορισμού του κύριου προορισμού.



Άρθρο 13

1. Δεν μπορεί να τεθεί θεώρηση σε ταξιδιωτικό έγγραφο, του οποίου η ισχύς έχει λήξει.

2. Η διάρκεια ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου πρέπει να υπερβαίνει τη διάρκεια ισχύος της θεωρήσεως, λαμβάνοντας υπόψη την προθεσμία χρησιμοποιήσεώς της. Πρέπει να επιτρέπει την επιστροφή του αλλοδαπού στη χώρα καταγωγής του ή την είσοδό του σε τρίτη χώρα.



Άρθρο 14

1. Δεν μπορεί να τεθεί θεώρηση σε ταξιδιωτικό έγγραφο, το οποίο δεν ισχύει για άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος. Αν το ταξιδιωτικό έγγραφο ισχύει μόνο για ένα ή περισσότερα Συμβαλλόμενα Μέρη, η σχετική θεώρηση περιορίζεται σε αυτό ή αυτά τα Συμβαλλόμενα Μέρη.

2. Σε περίπτωση που η ισχύς του ταξιδιωτικού εγγράφου δεν αναγνωρίζεται από ένα ή περισσότερα Συμβαλλόμενα Μέρη, η θεώρηση μπορεί να χορηγηθεί υπό μορφήν αδείας, η οποία επέχει θέση θεωρήσεως.



Άρθρο 15

Οι θεωρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 10 χορηγούνται, κατά κανόνα, μόνον αν ο αλλοδαπός εκπληρώνει τις προϋποθέσεις εισόδου που ορίζει το άρθρο 5, παράγραφος 1, περιπτώσεις α, γ, δ και ε.



Άρθρο 16

Αν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος κρίνει αναγκαίο να παρεκκλίνει για έναν από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, από την αρχή που ορίζει το άρθρο 15, χορηγώντας θεώρηση σε αλλοδαπό που δεν εκπληρώνει το σύνολο των προϋποθέσεων εισόδου του άρθρου 5, παράγραφος 1, η ισχύς αυτής της θεωρήσεως περιορίζεται στην επικράτεια του Συμβαλλόμενου αυτού Μέρους, το οποίο οφείλει να ενημερώσει σχετικά τα άλλα Συμβαλλόμενα Μύρη.



Άρθρο 17

1. Η Εκτελεστική Επιτροπή καθιερώνει κοινούς κανόνες για την εξέταση των αιτήσεων θεωρήσεων, μεριμνά για την ορθή εφαρμογή τους και τους προσαρμόζει στις νέες καταστάσεις και περιστάσεις.

2. Επιπλέον, η Εκτελεστική Επιτροπή ορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χορήγηση θεωρήσεως υπόκειται σε διαβούλευση με την κεντρική αρχή του ενδιαφερόμενου Συμβαλλόμενου Μέρους καθώς και, αν συντρέχει περίπτωση, με τις κεντρικές αρχές των άλλων Συμβαλλόμενων Μερών.

3. Εκτελεστική Επιτροπή λαμβάνει, επιπλέον, τις απαραίτητες αποφάσεις για τα ακόλουθα σημεία:

α. Τα ταξιδιωτικά έγγραφα, τα οποία επιδέχονται θεώρηση.

β. Τις αρμόδιες αρχές για την χορήγηση θεωρήσεων.

γ. Τις προϋποθέσεις χορηγήσεως θεωρήσεων στα σύνορα.

δ. Τη μορφή, το περιεχόμενο, τη διάρκεια ισχύος των θεωρήσεων και τα τέλη που εισπράττονται για τη χορήγησή τους.

ε. Τις προϋποθέσεις παρατάσεως και αρνήσεως χορηγήσεως των θεωρήσεων που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ και δ, λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα του συνόλου των Συμβαλλόμενων Μερών.

στ. Τους τρόπους περιορισμού της εδαφικής ισχύος των θεωρήσεων.

ζ. Τις αρχές επεξεργασίας κοινού καταλόγου αλλοδαπών που έχουν καταχωρηθεί με σκοπό την απαγόρευση εισόδου, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 96.



Τμήμα 2

Θεωρήσεις για διαμονή μακράς διαρκείας



Άρθρο 18

Οι θεωρήσεις για διαμονή άνω των τριών μηνών είναι εθνικές θεωρήσεις που χορηγούνται από ένα από τα Συμβαλλόμενα Μέρη, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο. Παρόμοια θεώρηση επιτρέπει στον κάτοχό της να διέλθει από το έδαφος των άλλων Συμβαλλόμενων Μερών για να μεταβεί στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους που χορήγησε τη θεώρηση, εκτός αν δεν εκπληρώνει τις προϋποθέσεις εισόδου του άρθρου 5, παράγραφος 1, περιπτώσεις α, δ και ε ή έχει καταχωρηθεί στον εθνικό κατάλογο του Συμβαλλόμενου Μέρους από την επικράτεια του οποίου επιθυμεί να διέλθει.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Όροι κυκλοφορίας των αλλοδαπών



Άρθρο 19

1. Αλλοδαποί κάτοχοι ομοιόμορφης θεωρήσεως, οι οποίοι εισέρχονται νόμιμα στο έδαφος ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη, μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην επικράτεια του συνόλου των Συμβαλλόμενων Μερών κατά τη διάρκεια ισχύος της θεωρήσεως, εφόσον εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις εισόδου του άρθρου 5, παράγραφος 1, περιπτώσεις α, γ, δ και ε.

2. Μέχρι την καθιέρωση της ομοιόμορφης θεωρήσεως, οι αλλοδαποί κάτοχοι θεωρήσεως που έχει χορηγηθεί από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, οι οποίοι έχουν εισέλθει νόμιμα στο έδαφος του τελευταίου, μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην επικράτεια του συνόλου των Συμβαλλόμενων Μερών κατά τη διάρκεια ισχύος της θεωρήσεως και κατ` ανώτατο όριο επί τρεις μήνες από την ημερομηνία της πρώτης εισόδου, εφόσον εκπληρώνουν τους όρους εισόδου του άρθρου 5, παράγραφος 1, περιπτώσεις α, γ, δ και ε.

3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στις θεωρήσεις περιορισμένης εδαφικής ισχύος, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 3 του παρόντος Τίτλου.

4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 22.



Άρθρο 20

1. Αλλοδαποί που δεν υπόκεινται στην υποχρέωση θεωρήσεως μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην επικράτεια των Συμβαλλόμενων Μερών επί τρεις μήνες κατ` ανώτατο όριο κατά τη διάρκεια περιόδου έξι μηνών από την ημερομηνία της πρώτης εισόδου, εφόσον εκπληρώνουν τους όρους εισόδου του άρθρου 5, παράγραφος 1, περιπτώσεις α, γ, δ και ε.

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν επηρεάζουν το δικαίωμα κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους να παρατείνει την παραμονή αλλοδαπού στην επικράτειά του πέραν των τριών μηνών σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή κατ` εφαρμογήν των διατάξεων διμερούς συμφωνίας η οποία έχει συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσης Συμβάσεως.

3. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 22.



Άρθρο 21

1. Αλλοδαποί κάτοχοι τίτλου διαμονής που έχει χορηγηθεί από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορούν βάσει του τίτλου αυτού καθώς και ενός ταξιδιωτικού εγγράφου, η ισχύς των οποίων δεν έχει λήξει, να κυκλοφορούν ελεύθερα επί τρεις μήνες κατ` ανώτατο όριο, στην επικράτεια των Συμβαλλόμενων Μερών, εφόσον εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις εισόδου του άρθρου 5, παράγραφος 1, περιπτώσεις α, γ, δ και ε και δεν έχουν καταχωρηθεί στον εθνικό κατάλογο του ενδιαφερόμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.

2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης σε αλλοδαπούς κατόχους προσωρινής αδείας διαμονής που έχει χορηγηθεί από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος και ενός ταξιδιωτικού εγγράφου που έχει εκδοθεί από το ίδιο Συμβαλλόμενο Μέρος.

3. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ανακοινώνουν στην Εκτελεστική Επιτροπή τον κατάλογο των εγγράφων που χορηγούν, τα οποία επέχουν θέση τίτλου διαμονής ή αδείας προσωρινής διαμονής και ταξιδιωτικού εγγράφου κατά την έννοια του παρόντος άρθρου.

4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 22.



Άρθρο 22

1. Αλλοδαποί εισερχόμενοι νόμιμα στο έδαφος ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη υποχρεούνται να δηλώνουν την παρουσία τους στις αρμόδιες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου εισέρχονται υπό τους όρους που το τελευταίο έχει ορίσει. Η δήλωση αυτή μπορεί να υποβάλλεται, όπως έχει επιλέξει κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, είτε κατά την είσοδο είτε εντός προθεσμίας τριών εργάσιμων ημερών από την είσοδο στο εσωτερικό της χώρας του Συμβαλλόμενου Μέρους.

2. Αλλοδαποί, οι οποίοι διαμένουν στο έδαφος ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη και μεταβαίνουν στο έδαφος άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, υπόκεινται στην υποχρέωση δηλώσεως της παραγράφου 1.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος καθιερώνει τις εξαιρέσεις στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 και τις ανακοινώνει στην Εκτελεστική Επιτροπή.



Άρθρο 23

1. Αλλοδαπός, ο οποίος δεν εκπληρώνει ή δεν εκπληρώνει πλέον, τις προϋποθέσεις σύντομης διαμονής που ισχύουν στην επικράτεια ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, πρέπει κατά κανόνα να εγκαταλείψει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών.

2. Αλλοδαπός, ο οποίος διαθέτει τίτλο διαμονής ή προσωρινή άδεια διαμονής που ισχύουν και έχουν χορηγηθεί από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, πρέπει να μεταβεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους.

3. Όταν η αναχώρηση του αλλοδαπού, ο οποίος εμπίπτει στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν πραγματοποιείται με τη βούλησή του ή όταν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αναχώρηση αυτή δεν θα επακολουθήσει, ή αν η άμεση αναχώρηση του αλλοδαπού επιβάλλεται για λόγους που ανάγονται στην εθνική ασφάλεια ή δημόσια τάξη, ο αλλοδαπός πρέπει να απομακρύνεται από το έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους στο οποίο έχει συλληφθεί υπό τους όρους που προβλέπει το εθνικό δίκαιο του τελευταίου. Αν το εθνικό δίκαιο δεν επιτρέπει την απομάκρυνση, το ενδιαφερόμενο Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιτρέψει στον αλλοδαπό, τη διαμονή στην επικράτειά του.

4. Η απομάκρυνση του προσώπου αυτού από το έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους, μπορεί να γίνει προς τη χώρα προελεύσεώς του ή προς κάθε άλλο κράτος στο οποίο είναι δυνατή η είσοδός του, κατ` εφαρμογήν κυρίως των σχετικών διατάξεων των συμφωνιών επανεισδοχής που έχουν συναφθεί μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών.

5. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα παροχής ασύλου ούτε την εφαρμογή της Συμβάσεως της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, ούτε των διατάξεων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 33, παράγραφος 1 της παρούσης Συμβάσεως.



Άρθρο 24

Υπό την επιφύλαξη εκ μέρους της Εκτελεστικής Επιτροπής του καθορισμού των κατάλληλων κριτηρίων και πρακτικών τρόπων εφαρμογής, τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμψηφίζουν μεταξύ τους τις άνισες οικονομικές επιβαρύνσεις που μπορούν να προκύψουν από την υποχρέωση απομακρύνσεως του άρθρου 23, όταν η απομάκρυνση αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με έξοδα του αλλοδαπού.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Τίτλοι διαμονής και καταχώρηση για την απαγόρευση εισόδου



Άρθρο 25

1. Όταν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος σκοπεύει να χορηγήσει τίτλο διαμονής σε αλλοδαπό που έχει καταχωρηθεί με σκοπό την απαγόρευση εισόδου, προβαίνει σε διαβούλευση με το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος και λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντά του. Ο τίτλος διαμονής χορηγείται μόνο για σοβαρούς λόγους, κυρίως ανθρωπιστικούς ή απορρέοντες από διεθνείς υποχρεώσεις.

Αν ο τίτλος διαμονής χορηγηθεί, το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος προβαίνει στην ανάκληση της καταχωρήσεως, αλλά ωστόσο μπορεί να καταχωρήσει τον αλλοδαπό αυτό στον εθνικό κατάλογο.

2. Όταν προκύπτει ότι αλλοδαπός, κάτοχος ενός ισχύοντος τίτλου διαμονής, καταχωρείται με σκοπό την απαγόρευση εισόδου, το Συμβαλλόμενο Μέρος διαβουλεύεται με το Μέρος που χορήγησε τον τίτλο διαμονής, για να διαπιστωθεί αν είναι επαρκείς οι λόγοι για ανάκληση του τίτλου διαμονής.

Αν ο τίτλος διαμονής δεν ανακληθεί, το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος προβαίνει στην ανάκληση της καταχωρήσεως, αλλά ωστόσο μπορεί να καταχωρήσει τον αλλοδαπό αυτό στον εθνικό κατάλογο.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Πρόσθετα μέτρα



Άρθρο 26

1. Υπό την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από την προσχώρησή τους στη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 σχετικά με το καθεστώς προστασίας των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εισαγάγουν στην εθνική τους νομοθεσία τους ακόλουθους κανόνες:

α. Αν απαγορευθεί η είσοδος στο έδαφος ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη σε αλλοδαπό, ο μεταφορέας που τον μετέφερε με εναέρια, θαλάσσια ή χερσαία συγκοινωνία στα εξωτερικά σύνορα υποχρεούται να τον επαναπροωθήσει και πάλι χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Κατόπιν αιτήσεως των αρχών επιτηρήσεως των συνόρων οφείλει να επαναφέρει τον αλλοδαπό στο τρίτο κράτος από το οποίο τον μετέφερε, στο τρίτο κράτος που χορήγησε το ταξιδιωτικό έγγραφο με το οποίο μετακινήθηκε ή σε κάθε άλλο τρίτο κράτος στο οποίο είναι εξασφαλισμένη η είσοδός του.

β. Ο μεταφορέας υποχρεούται να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να βεβαιωθεί ότι ο αλλοδαπός που μεταφέρεται με εναέρια ή θαλάσσια συγκοινωνία είναι κάτοχος των ταξιδιωτικών εγγράφων που απαιτούνται για την είσοδό του στην επικράτεια των Συμβαλλόμενων Μερών.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη υποχρεούνται, υπό την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από την προσχώρησή τους στη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 σχετικά με το καθεστώς προστασίας των προσφύγων, όπως έχει τροποποιηθεί από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967 και λαμβάνοντας υπόψη τους συνταγματικούς κανόνες τους, να εισαγάγουν κυρώσεις κατά των μεταφορέων που προωθούν από ένα τρίτο κράτος προς το έδαφός τους με εναέρια ή θαλάσσια συγκοινωνία αλλοδαπούς που δεν είναι κάτοχοι των απαιτούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων.

3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 περίπτωση β και της παραγράφου 2 εφαρμόζονται στους μεταφορείς ομάδων που εξασφαλίζουν διεθνείς οδικές συνδέσεις με λεωφορεία με εξαίρεση τη συνοριακή κυκλοφορία.



Άρθρο 27

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εισαγάγουν τις κατάλληλες κυρώσεις κατά οποιουδήποτε ο οποίος για κερδοσκοπικούς λόγους παρέχει βοήθεια ή επιχειρεί να βοηθήσει αλλοδαπό να εισέλθει ή να διαμείνει στο έδαφος ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη, κατά παράβαση της νομοθεσίας του Συμβαλλόμενου αυτού Μέρους σχετικά με την είσοδο και διαμονή αλλοδαπών.

2. Αν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος ενημερωθεί για τις πράξεις της παραγράφου 1, οι οποίες συνιστούν παράβαση της νομοθεσίας ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, πληροφορεί σχετικά το τελευταίο.

3. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο ζητεί από άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να ασκήσει δίωξη λόγω παραβάσεως της νομοθεσίας του για τις πράξεις της παραγράφου 1, πρέπει να αιτιολογήσει με υπηρεσιακή καταγγελία ή βεβαίωση των αρμόδιων αρχών τις διατάξεις του νόμου που παραβιάσθηκαν.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Αρμοδιότητα για την εξέταση των αιτήσεων παροχής ασύλου



Άρθρο 28

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη επαναβεβαιώνουν τις υποχρεώσεις τους από τη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, χωρίς κανένα γεωγραφικό περιορισμό του πεδίου εφαρμογής των κειμένων αυτών καθώς και την υποχρέωσή τους να συνεργασθούν με τις υπηρεσίες του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες σχετικά με την εφαρμογή των εν λόγω νομικών μέσων.

Άρθρο 29

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εξετάσουν κάθε αίτηση παροχής ασύλου που κατατίθεται από έναν αλλοδαπό στο έδαφος ενός από αυτά.

2. Η υποχρέωση αυτή δεν συνεπάγεται ότι ένα Συμβαλλόμενο Μέρος επιτρέπει πάντοτε στον αιτούντα άσυλο την είσοδο ή τη διαμονή στην επικράτειά του.

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος βάσει του εθνικού του δικαίου και σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις του, διατηρεί το δικαίωμα να επαναπροωθήσει ή να απομακρύνει τον αιτούντα άσυλο προς ένα τρίτο κράτος.

3. Ανεξάρτητα από το Συμβαλλόμενο Μέρος στο οποίο ο αλλοδαπός απευθύνει την αίτηση παροχής ασύλου, ένα μόνο Συμβαλλόμενο Μέρος είναι αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεώς του. Το Συμβαλλόμενο αυτό Μέρος καθορίζεται σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 30.

4. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διατηρεί το δικαίωμα - για ιδιαίτερους λόγους που ανάγονται ιδίως στο εθνικό του δίκαιο - να εξετάσει μία αίτηση παροχής ασύλου, έστω και αν η ευθύνη, κατά την έννοια της παρούσης Συμβάσεως, ανήκει σε άλλο Συμβαλλόμενο Μύρος.



Άρθρο 30

1. Το Συμβαλλόμενο Μέρος που είναι αρμόδιο για την εξέταση αιτήσεως παροχής ασύλου ορίζεται ως εξής:

α. Αν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος χορήγησε στον αιτούντα άσυλο οποιασδήποτε μορφής θεώρηση ή τίτλο διαμονής, είναι αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεως. Αν η θεώρηση χορηγήθηκε κατόπιν αδείας άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, αρμόδιο είναι το Συμβαλλόμενο Μέρος που χορήγησε την άδεια.

β. Αν περισσότερα Συμβαλλόμενα Μέρη χορήγησαν στον αιτούντα άσυλο οποιασδήποτε μορφής θεώρηση ή τίτλο διαμονής, αρμόδιο είναι το Συμβαλλόμενο Μέρος που χορήγησε τη θεώρηση ή τον τίτλο διαμονής με τη μακρότερη διάρκεια ισχύος.

γ. Εφόσον ο αιτών άσυλο δεν εγκατέλειψε την επικράτεια των Συμβαλλόμενων Μερών, η αρμοδιότητα που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β υφίσταται, έστω και αν η διάρκεια ισχύος της οποιασδήποτε φύσεως θεωρήσεως ή του τίτλου διαμονής έχει λήξει. Αν ο αιτών άσυλο εγκατέλειψε την επικράτεια των Συμβαλλόμενων Μερών μετά τη χορήγηση της θεωρήσεως ή του τίτλου διαμονής, τα έγγραφα αυτά θεμελιώνουν την αρμοδιότητα σύμφωνα με τις περιπτώσεις α και β, εκτός αν στο μεταξύ έληξε η ισχύς τους δυνάμει του εθνικού δικαίου.

δ. Αν ο αιτών άσυλο δεν υποχρεούται σε καθεστώς θεωρήσεως από τα Συμβαλλόμενα Μέρη, αρμόδιο είναι το Συμβαλλόμενο Μέρος από τα εξωτερικά σύνορα του οποίου εισήλθε ο αιτών άσυλο στο έδαφος των Συμβαλλόμενων Μερών.

Στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν έχει εναρμονισθεί πλήρως η πολιτική θεωρήσεων και αν ο αιτών άσυλο δεν υπόκειται σε καθεστώς θεωρήσεως από ορισμένα μόνο Συμβαλλόμενα Μέρη, αρμόδιο, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των περιπτώσεων α, β και γ, είναι το Συμβαλλόμενο Μέρος από τα εξωτερικά σύνορα του οποίου εισήλθε ο αιτών άσυλο στα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών με το ευεργέτημα εξαιρέσεως από την υποχρέωση θεωρήσεως.

Αν η αίτηση παροχής ασύλου υποβάλλεται σε ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο χορήγησε στον αιτούντα θεώρηση διελεύσεως - ασχέτως αν ο αιτών διήλθε ή όχι από τον έλεγχο διαβατηρίων - και αν η θεώρηση διελεύσεως χορηγήθηκε αφότου η χώρα διελεύσεως βεβαιώθηκε από τις προξενικές ή διπλωματικές αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους προορισμού ότι ο αιτών άσυλο ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις εισόδου στο έδαφός της, αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεως είναι το Συμβαλλόμενο Μέρος προορισμού.

ε. Αν ο αιτών άσυλο εισήλθε στα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών χωρίς να κατέχει ένα ή περισσότερα έγγραφα που επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων, όπως έχει καθορισθεί από την Εκτελεστική Επιτροπή, αρμόδιο είναι το Συμβαλλόμενο Μέρος από τα εξωτερικά σύνορα του οποίου εισήλθε ο αιτών άσυλο στα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών.

στ. Αν ένας αλλοδαπός, του οποίου η αίτηση ασύλου εξετάζεται ήδη από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, υποβάλει αίτηση, αρμόδιο είναι το Συμβαλλόμενο Μέρος στο οποίο η αίτησή του είναι υπό εξέταση.

ζ. Αν ένας αλλοδαπός, ως προς τον οποίο σε μία προηγούμενη αίτηση ασύλου από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, υποβάλει νέα αίτηση, αρμόδιο είναι το Συμβαλλόμενο Μέρος που εξέτασε την προηγούμενη αίτηση αν ο αιτών δεν εγκατέλειψε τα εδάφη των Συμβαλλόμενων Μερών.

2. Αν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος έχει επιληφθεί της εξετάσεως αιτήσεως παροχής ασύλου κατ` εφαρμογήν του άρθρου 29, παράγραφος 4, το αρμόδιο Συμβαλλόμενο Μέρος δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του.

3. Αν το αρμόδιο Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να καθορισθεί βάσει των κριτηρίων των παραγράφων 1 και 2, αρμόδιο είναι το Συμβαλλόμενο Μέρος στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση παροχής ασύλου.



Άρθρο 31

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να προσδιορίσουν, το συντομότερο δυνατόν, το Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο είναι αρμόδιο για την εξέταση μιας αιτήσεως παροχής ασύλου.

2. Αν αίτηση παροχής ασύλου απευθύνεται σε αναρμόδιο Συμβαλλόμενο Μέρος από αλλοδαπό που διαμένει στην επικράτειά του, το τελευταίο μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο Συμβαλλόμενο Μέρος να αναλάβει τον αιτούντα άσυλο, προκειμένου να εξετάσει την αίτησή του για την παροχή ασύλου.

3. Το αρμόδιο Συμβαλλόμενο Μέρος υποχρεούται να αναλάβει τον αιτούντα άσυλο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, αν το αίτημά του υποβληθεί σε προθεσμία έξι μηνών από τον χρόνο καταθέσεως της αιτήσεως παροχής ασύλου. Αν το αίτημα δεν υποβάλλεται στην παραπάνω προθεσμία, αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου είναι το Συμβαλλόμενο Μέρος στο οποίο είχε υποβληθεί.



Άρθρο 32

Η εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου διενεργείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του αρμόδιου Συμβαλλόμενου Μύρους.



Άρθρο 33

1. Όταν ο αιτών άσυλο, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας παροχής ασύλου, βρίσκεται παρανόμως στην επικράτεια ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, το αρμόδιο Συμβαλλόμενο Μέρος υποχρεούται να τον αναλάβει.

2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται, όταν το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος έχει χορηγήσει στον αιτούντα άσυλο τίτλο διαμονής με ισχύ ανώτερη ή ίση του ενός έτους. Στην περίπτωση αυτή η αρμοδιότητα για την εξέταση της αιτήσεως μεταβιβάζεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Μύρος.



Άρθρο 34

1. Το αρμόδιο Συμβαλλόμενο Μέρος υποχρεούται να αναλάβει τον αλλοδαπό, του οποίου η αίτηση παροχής ασύλου έχει απορριφθεί οριστικώς και ο οποίος έχει μεταβεί στο έδαφος άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, χωρίς να έχει δικαίωμα διαμονής.

2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται, όταν το αρμόδιο Συμβαλλόμενο Μέρος είχε απομακρύνει τον αλλοδαπό εκτός του εδάφους των Συμβαλλόμενων Μερών.



Άρθρο 35

1. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο αναγνώρισε σε αλλοδαπό το καθεστώς του πρόσφυγα και του χορήγησε δικαίωμα διαμονής, καθίσταται υποχρεωτικώς αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου ενός μέλους της οικογενείας του, με την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι συμφωνούν.

2. Το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 μέλος της οικογενείας είναι ο σύζυγος ή το άγαμο τέκνο του πρόσφυγα, ηλικίας κάτω των δέκα οκτώ ετών, ή αν ο πρόσφυγας είναι άγαμο τέκνο κάτω των δέκα οκτώ ετών, ο πατέρας ή η μητέρα του.



Άρθρο 36

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος το οποίο είναι αρμόδιο για την εξέταση αιτήσεως παροχής ασύλου, μπορεί, για ανθρωπιστικούς λόγους που στηρίζονται ιδίως σε οικογενειακές ή πολιτιστικές αιτίες, να ζητήσει από άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να καταστεί αρμόδιο, εφόσον εκφράζει τη σχετική βούληση ο ενδιαφερόμενος. Το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο υποβάλλεται το σχετικό αίτημα σταθμίζει, αν το αίτημα αυτό μπορεί να ικανοποιηθεί.



Άρθρο 37

1. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Μερών ανταλλάσσουν μεταξύ τους, το ταχύτερο δυνατόν, τις πληροφορίες σχετικά με:

α. Νέους κανονισμούς ή μέτρα που λαμβάνονται στον τομέα του δικαιώματος παροχής ασύλου ή τη μεταχείριση των αιτούντων άσυλο, το αργότερο, κατά την έναρξη ισχύος τους.

β. Στατιστικά δεδομένα που αφορούν τις μηνιαίες αφίξεις αιτούντων άσυλο με την ένδειξη των κυριότερων χωρών προελεύσεως καθώς και τις συναφείς αποφάσεις στις αιτήσεις παροχής ασύλου, εφόσον αυτά είναι διαθέσιμα.

γ. Εμφάνιση ή σημαντική αύξηση ορισμένων ομάδων που έχουν υποβάλει αίτηση καθώς και τις σχετικές πληροφορίες προς τούτο.

δ. Θεμελιώδεις αποφάσεις στον τομέα του δικαιώματος παροχής ασύλου.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη διασφαλίζουν, επιπλέον, στενή συνεργασία ως προς τη συλλογή πληροφοριών για την κατάσταση στις χώρες προελεύσεως των αιτούντων άσυλο με σκοπό μία κοινή εκτίμηση.

3. Κάθε ένδειξη ενός Συμβαλλόμενου Μέρους σχετικά με την εμπιστευτική εξέταση πληροφοριών που αυτό ανακοινώνει πρέπει να δεσμεύει τα άλλα Συμβαλλόμενα Μύρη.



Άρθρο 38

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διαβιβάζει σε κάθε άλλο Μέρος που υποβάλει σχετική αίτηση τα δεδομένα που διαθέτει για τον αιτούντα άσυλο, τα οποία είναι απαραίτητα για:

- τον καθορισμό του Συμβαλλόμενου Μέρους, το οποίο είναι αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου,

- την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου,

- εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το παρόν κεφάλαιο.

2. Τα δεδομένα αυτά μπορούν να αφορούν αποκλειστικά:

α. Την ταυτότητα (όνομα και επώνυμο, ενδεχομένως προηγούμενο όνομα, προσωνυμίες ή ψευδώνυμα, χρόνο και τόπο γεννήσεως, παρούσα και προηγούμενη ιθαγένεια του αιτούντος άσυλο και, κατά περίπτωση, των μελών της οικογενείας του).

β. Τα έγγραφα ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά έγγραφα (αριθμό, διάρκεια ισχύος, τόπο και ημερομηνία εκδόσεως, εκδούσα αρχή κλπ.).

γ. Τα λοιπά στοιχεία, τα αναγκαία για την εξακρίβωση της ταυτότητας του αιτούντος.

δ. Τους τόπους διαμονής και τις διαδρομές των ταξιδίων.

ε. Τους τίτλους διαμονής ή τις θεωρήσεις που έχουν χορηγηθεί από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος.

στ. Τον τόπο υποβολής της αιτήσεως παροχής ασύλου.

ζ. Την ημερομηνία υποβολής προγενέστερης αιτήσεως παροχής ασύλου, αν συντρέχει περίπτωση, την ημερομηνία υποβολής της παρούσης αιτήσεως, το διαδικαστικό στάδιο, το περιεχόμενο της αποφάσεως.

3. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί επιπλέον, να ζητήσει από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να του γνωστοποιήσει τους λόγους, τους οποίους επικαλέστηκε ο αιτών άσυλο προς υποστήριξη της αιτήσεώς του και αν συντρέχει περίπτωση, την αιτιολογία της ληφθείσης αποφάσεως που τον αφορά: Το Συμβαλλόμενο Μέρος στο οποίο υποβλήθηκε το σχετικό αίτημα εκτιμά, αν μπορεί να το εξετάσει περαιτέρω. Η διαβίβαση αυτή των πληροφοριών εξαρτάται σε κάθε περίπτωση από τη συναίνεση του αιτούντος άσυλο.

4. Η ανταλλαγή δεδομένων πραγματοποιείται κατόπιν σχετικής αιτήσεως Συμβαλλόμενου Μέρους και μόνο μεταξύ των αρχών που κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος έχει υποδείξει στην Εκτελεστική Επιτροπή.

5. Τα διαβιβαζόμενα δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 1 σκοπούς. Τα δεδομένα αυτά μπορούν να διαβιβάζονται μόνο στις διοικητικές αρχές και τα δικαστήρια που έχουν επιληφθεί:

- για τον καθορισμό του Συμβαλλόμενου Μέρους που είναι αρμόδιο για την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου,

- για την εξέταση της αιτήσεως παροχής ασύλου,

- για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το παρόν κεφάλαιο.

6. Το Συμβαλλόμενο Μέρος που διαβιβάζει τα δεδομένα μεριμνά, ώστε αυτά να είναι ενημερωμένα και ακριβή.

Αν διαπιστωθεί ότι το Συμβαλλόμενο Μέρος έχει διαβιβάσει ανακριβή δεδομένα ή στοιχεία που δεν πρέπει να διαβιβασθούν, τα Συμβαλλόμενα Μέρη - αποδέκτες ενημερώνονται σχετικά χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Τα τελευταία υποχρεούνται να διορθώσουν αυτές τις πληροφορίες ή να τις διαγράψουν.

7. Ο αιτών άσυλο έχει δικαίωμα, κατόπιν αιτήσεώς του, να του ανακοινωθούν οι ανταλλαγείσες πληροφορίες που τον αφορούν, εφόσον είναι διαθέσιμες.

Αν διαπιστώσει ότι οι πληροφορίες αυτές είναι ανακριβείς ή ότι δεν θα έπρεπε να έχουν διαβιβασθεί, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τη διόρθωση ή διαγραφή τους. Οι διορθώσεις πραγματοποιούνται με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6.

8. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος υποχρεούται να ενημερώνει το αρχείο του σχετικά με τη διαβίβαση και τη λήψη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

9. Τα δεδομένα αυτά διατηρούνται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει εκείνο το οποίο είναι απαραίτητο για τους σκοπούς, για τους οποίους έχουν ανταλλαγεί. Η ανάγκη διατηρήσεώς τους πρέπει να εξετάζεται έγκαιρα από το ενδιαφερόμενο Συμβαλλόμενο Μέρος.

10. Τα διαβιβαζόμενα δεδομένα απολαμβάνουν, σε κάθε περίπτωση, της ίδιας τουλάχιστον προστασίας με εκείνη που προβλέπεται στο δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους για πληροφορίες παρόμοιας μορφής.

11. Αν τα δεδομένα αυτά δεν τύχουν αυτόματης επεξεργασίας, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της εφαρμογής του παρόντος άρθρου με αποτελεσματικά μέσα ελέγχου. Αν Συμβαλλόμενο Μέρος διαθέτει υπηρεσία του ιδίου τύπου που προβλέπεται στην παράγραφο 12, μπορεί να της αναθέσει καθήκοντα ελέγχου.

12. Αν ένα ή περισσότερα Συμβαλλόμενα Μέρη σκοπεύουν να καταχωρήσουν σε αρχείο προς επεξεργασία - εν όλω ή εν μέρει - τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, η καταχώρηση αυτή επιτρέπεται μόνον, εφόσον τα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη, αφενός έχουν καθιερώσει νομοθεσία σχετική με την επεξεργασία δεδομένων, η οποία αναγνωρίζει τις αρχές της Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981 για την προστασία των ατόμων από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα, αφετέρου έχουν αναθέσει σε αρμόδια εθνική αρχή τον ανεξάρτητο έλεγχο της επεξεργασίας και χρήσεως δεδομένων που διαβιβάζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ



Αστυνομία και ασφάλεια



Κεφάλαιο 1

Αστυνομική Συνεργασία



Άρθρο 39

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση όπως οι αστυνομικές υπηρεσίες τους, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και στα όρια των αρμοδιοτήτων τους, παρέχουν συνδρομή με σκοπό την πρόληψη και τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων, εφόσον κατά το εθνικό δίκαιο οι δικαστικές αρχές είναι αρμόδιες για την αίτηση ή την εκτέλεσή της και αυτές δεν επισύρουν τη λήψη μέτρων καταναγκασμού εκ μέρους του Συμβαλλόμενου Μέρους στο οποίο αυτή έχει απευθυνθεί. Όταν οι αστυνομικές αρχές προς τις οποίες η αίτηση έχει υποβληθεί είναι αναρμόδιες προς εκτέλεσή της, διαβιβάζουν αυτήν στις αρμόδιες αρχές.

2. Οι έγγραφες πληροφορίες που παρέχονται από το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο η αίτηση έχει απευθυνθεί βάσει της διατάξεως της παραγράφου 1, μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος ως αποδεικτικά μέσα σε ποινική διαδικασία μόνο με τη συναίνεση των αρμόδιων δικαστικών αρχών του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο έχει απευθυνθεί η αίτηση.

3. Οι αιτήσεις συνδρομής της παραγράφου 1 και οι απαντήσεις σ` αυτές μπορούν να ανταλλάσσονται μεταξύ των εντεταλμένων κεντρικών οργάνων της διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους. Όταν η αίτηση δεν μπορεί να υποβληθεί εγκαίρως μέσω της ανωτέρω οδού, οι αστυνομικές αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους έχουν τη δυνατότητα να τη διαβιβάζουν απευθείας στις αρμόδιες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση και οι τελευταίες μπορούν να απαντήσουν επίσης απευθείας. Στις περιπτώσεις αυτές, η αιτούσα αστυνομική αρχή ενημερώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σχετικά με την απευθείας αίτησή της το εντεταλμένο κεντρικό όργανο της διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο έχει απευθυνθεί.

4. Στις παραμεθόριες περιοχές η συνεργασία μπορεί να ρυθμίζεται με συμφωνίες μεταξύ των αρμόδιων Υπουργών των Συμβαλλόμενων Μερών.

5. Ισχύουσες και μελλοντικές ευρύτερες διμερείς συμφωνίες μεταξύ δύο Συμβαλλόμενων Μερών που έχουν κοινά σύνορα, δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενημερώνονται για τις συμφωνίες αυτές.



Άρθρο 40

1. Τα όργανα ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, τα οποία στο πλαίσιο δικαστικής έρευνας παρακολουθούν στην επικράτειά τους πρόσωπο φερόμενο με αποχρώσες ενδείξεις να έχει συμμετάσχει σε αξιόποινη πράξη που επισύρει έκδοση, εξουσιοδοτούνται να συνεχίσουν την παρακολούθηση στο έδαφος ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, αν το τελευταίο έχει συναινέσει στη διασυνοριακή παρακολούθηση βάσει αιτήσεως δικαστικής συνδρομής, η οποία έχει υποβληθεί προηγουμένως. Η συναίνεση μπορεί να εξαρτηθεί από όρους. Κατόπιν αιτήσεως, η παρακολούθηση ανατίθεται στα όργανα του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου αυτή πραγματοποιείται.

Η αίτηση δικαστικής συνδρομής που αναφέρεται στο εδάφιο 1 πρέπει να απευθύνεται στην αρχή, η οποία έχει ορισθεί από κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος και είναι αρμόδια για την παροχή ή τη διαβίβαση της αιτούμενης συναινέσεως.

2. Όταν, για λόγους ιδιαιτέρως επείγοντες, δεν μπορεί να ζητηθεί η προηγούμενη συναίνεση του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, τα όργανα παρακολουθήσεως εξουσιοδοτούνται να συνεχίσουν την παρακολούθηση πέραν των συνόρων για πρόσωπο φερόμενο με αποχρώσες ενδείξεις να έχει τελέσει μία από τις αξιόποινες πράξεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 7, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α. Η διέλευση των συνόρων κατά τη διάρκεια της παρακολουθήσεως ανακοινώνεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην αρχή, που ορίζεται στην παράγραφο 5, του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου συνεχίζεται η παρακολούθηση.

β. Αίτηση δικαστικής συνδρομής υποβαλλόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 1 και στην οποία εκτίθενται οι λόγοι που δικαιολογούν τη διέλευση των συνόρων χωρίς προηγούμενη συναίνεση, διαβιβάζεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Η παρακολούθηση παύει, αφότου το Συμβαλλόμενο Μέρος στο έδαφος του οποίου αυτή πραγματοποιείται λόγω της ανακοινώσεως της περιπτώσεως α ή της αιτήσεως της περιπτώσεως β ή αν η συναίνεση δεν έχει δοθεί πέντε ώρες μετά τη διέλευση των συνόρων.

3. Η παρακολούθηση, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, επιτρέπεται μόνον υπό τις ακόλουθες γενικές προϋποθέσεις:

α. Τα όργανα παρακολουθήσεως πρέπει να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και με το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου ενεργούν. Πρέπει ακόμη να υπακούουν στις εντολές των κατά τόπο αρμόδιων αρχών.

β. Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων της παραγράφου 2, τα όργανα εφοδιάζονται κατά τη διάρκεια της παρακολουθήσεως με έγγραφο, το οποίο βεβαιώνει ότι η συναίνεση έχει δοθεί.

γ. Τα όργανα παρακολουθήσεως πρέπει σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή να μπορούν να αποδεικνύουν την υπηρεσιακή τους ιδιότητα.

δ. Τα όργανα παρακολουθήσεως μπορούν κατά τη διάρκεια της παρακολουθήσεως να φέρουν το υπηρεσιακό τους όπλο, εκτός ρητής αντίθετης αποφάσεως του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Η χρήση του απαγορεύεται, με εξαίρεση τις περιπτώσεις νόμιμης άμυνας.

ε. Η είσοδος σε κατοικίες και σε χώρους μη επιτρεπόμενους στο κοινό απαγορεύεται.

στ. Τα όργανα παρακολουθήσεως δεν εξουσιοδοτούνται να προβαίνουν ούτε σε σύλληψη ούτε σε κράτηση του υπό παρακολούθηση προσώπου.

ζ. Για κάθε επιχείρηση γίνεται αναφορά στις αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου έχει πραγματοποιηθεί. Η προσωπική εμφάνιση των οργάνων παρακολουθήσεως μπορεί να κριθεί αναγκαία.

η. Οι αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, από το οποίο προέρχονται τα όργανα παρακολουθήσεως, συνδράμουν, κατόπιν αιτήσεως των αρχών του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου η παρακολούθηση έχει πραγματοποιηθεί, στην έρευνα μετά την επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένης και της δικαστικής διαδικασίας.

4. Τα όργανα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 είναι:

- Ως προς το Βασίλειο του Βελγίου: τα μέλη της δικαστικής αστυνομίας των εισαγγελιών, της χωροφυλακής και της δημοτικής αστυνομίας καθώς επίσης οι τελωνειακοί υπάλληλοι, υπό τους όρους που προβλέπουν οι ισχύουσες διμερείς συμφωνίες, σύμφωνα με την παράγραφο 6, σε σχέση με τις αρμοδιότητές τους στους τομείς της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, της εμπορίας όπλων και εκρηκτικών καθώς και της παράνομης μεταφοράς τοξικών και βλαπτικών αποβλήτων.

- Ως προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: τα όργανα της ομοσπονδιακής αστυνομίας και των Κρατιδίων καθώς επίσης οι τελωνειακοί υπάλληλοι (υπηρεσία τελωνειακών ερευνών) ως όργανα συνδρομής της εισαγγελίας για τους τομείς αποκλειστικώς, αφενός της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, αφετέρου της εμπορίας όπλων.

- Ως προς τη Γαλλική Δημοκρατία: οι αξιωματικοί και τα όργανα της δικαστικής αστυνομίας, η οποία αποτελεί τμήμα της εθνικής αστυνομίας και της εθνικής χωροφυλακής καθώς επίσης οι τελωνειακοί υπάλληλοι, υπό τους όρους που προβλέπουν οι ισχύουσες διμερείς συμφωνίες, σύμφωνα με την παράγραφο 6, σε σχέση με τις αρμοδιότητές τους στους τομείς της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, της εμπορίας όπλων και εκρηκτικών καθώς και της παράνομης μεταφοράς τοξικών και βλαπτικών αποβλήτων.

- Ως προς το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: τα όργανα της χωροφυλακής και της αστυνομίας καθώς και οι τελωνειακοί υπάλληλοι, υπό τους όρους που προβλέπουν οι ισχύουσες διμερείς συμφωνίες, σύμφωνα με την παράγραφο 6, σε σχέση με τις αρμοδιότητές τους στους τομείς της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, της εμπορίας όπλων και εκρηκτικών καθώς και της παράνομης μεταφοράς τοξικών και βλαπτικών αποβλήτων.

- Ως προς το Βασίλειο των Κάτων Χωρών: τα όργανα της βασιλικής και της δημοτικής αστυνομίας καθώς επίσης οι εφοριακοί υπάλληλοι της υπηρεσίας πληροφοριών και ερευνών που είναι αρμόδιοι για τα τέλη εισαγωγής και τους φόρους καταναλώσεως, υπό τους όρους που προβλέπουν οι ισχύουσες διμερείς συμφωνίες, σύμφωνα με την παράγραφο 6, σε σχέση με τις αρμοδιότητές τους στους τομείς της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, της εμπορίας όπλων και εκρηκτικών καθώς και της παράνομης μεταφοράς τοξικών και βλαπτικών αποβλήτων.

5. Η αρχή που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 είναι:

- Ως προς το Βασίλειο του Βελγίου: Η Γενική Διεύθυνση της Δικαστικής Αστυνομίας (Commissariat general de la Police Judiciaire).

- Ως προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διώξεως του Εγκλήματος (Bundeskriminalamt).

- Ως προς τη Γαλλική Δημοκρατία: η Κεντρική Διεύθυνση της Δικαστικής Αστυνομίας (Direction Centrale de la Police Juidiciaire).

- Ως προς το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: ο Γενικός Εισαγγελέας Εφετών (Procureur general d` Etat).

- Ως προς το Βασίλειο των Κάτων Χωρών: ο αρμόδιος Γενικός Εισαγγελέας για τη διασυνοριακή παρακολούθηση (Lendelijk Officier van Justitie).

6. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν σε διμερές επίπεδο να διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου και να καθιερώσουν συμπληρωματικές διατάξεις προς εκτέλεσή του.

7. Η παρακολούθηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 επιτρέπεται μόνο για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις:

- Ανθρωποκτονία με πρόθεση υπό επιβαρυντικές περιστάσεις

- Ανθρωποκτονία με πρόθεση

- Βιασμό

- Εμπρησμό με πρόθεση

- Παραχάραξη

- Διακεκριμένη κλοπή και επιβαρυντική περίπτωση αποδοχής και διαθέσεως προϊόντων εγκλήματος

- Εκβίαση

- Απαγωγή και ομηρία

- Σωματεμπορία

- Παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών

- Παραβάσεις του Ν. περί όπλων και εκρηκτικών

- Παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες, έκρηξη και διακεκριμένη περίπτωση φθοράς με χρήση εκρηκτικών υλών

- Παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαπτικών αποβλήτων.



Άρθρο 41

1. Τα όργανα ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, τα οποία στην επικράτειά τους καταδιώκουν πρόσωπο που καταλήφθηκε να διαπράττει επ` αυτοφώρω ή να συμμετέχει σε αξιόποινη πράξη αναφερόμενη στην παράγραφο 4, εξουσιοδοτούνται να συνεχίσουν την καταδίωξη στο έδαφος ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους χωρίς προηγούμενη συναίνεση, όταν οι αρμόδιες αρχές του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους λόγω του κατεπείγοντος χαρακτήρα της υποθέσεως είτε δεν μπόρεσαν εκ των προτέρων να ειδοποιηθούν σχετικά με την είσοδο στο έδαφός τους, με ένα από τα μέσα επικοινωνίας που προβλέπονται στο άρθρο 44, είτε να μεταβούν επί τόπου για να αναλάβουν την καταδίωξη.

Ομοίως ισχύει, όταν το καταδιωκόμενο πρόσωπο που τελεί υπό προσωρινή κράτηση ή εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας, έχει αποδράσει.

Το αργότερο μέχρι τη στιγμή διελεύσεως των συνόρων τα όργανα καταδιώξεως επικοινωνούν με τις αρμόδιες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου πραγματοποιείται η καταδίωξη. Η καταδίωξη παύει, αφότου το ζητήσει το Συμβαλλόμενο Μέρος στο έδαφος του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί. Κατόπιν αιτήσεως των καταδιωκτικών οργάνων οι κατά τόπον αρμόδιες αρχές θα προβούν στην εξακρίβωση της ταυτότητας ή τη σύλληψη του καταδιωκόμενου προσώπου.

2. Η καταδίωξη επιχειρείται με έναν από τους ακόλουθους τρόπους που ορίζονται στη δήλωση της παραγράφου 9:

α. Τα καταδιωκτικά όργανα δεν έχουν δικαίωμα κρατήσεως του καταδιωκομένου.

β. Αν δεν υποβληθεί αίτηση διακοπής της καταδιώξεως και οι κατά τόπον αρμόδιες αρχές αδυνατούν να παρέμβουν εγκαίρως, τα καταδιωκτικά όργανα μπορούν να προβούν στην κράτηση του καταδιωκόμενου προσώπου μέχρις ότου ειδοποιηθούν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, τα όργανα του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου πραγματοποιείται η καταδίωξη και, επιπλέον, στην εξακρίβωση της ταυτότητας ή τη σύλληψή του.

3. Η καταδίωξη επιχειρείται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 με έναν από τους ακόλουθους τρόπους που ορίζονται στη δήλωση της παραγράφου 9:

α. Εντός χώρου ή κατά τη διάρκεια χρονικής περιόδου από τη στιγμή διελεύσεως των συνόρων, που θα καθορισθούν στη δήλωση.

β. Χωρίς τοπικό ή χρονικό περιορισμό.

4. Στη δήλωση της παραγράφου 9, τα Συμβαλλόμενα Μέρη ορίζουν τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπει η παράγραφος 1 με έναν από τους ακόλουθους τρόπους.

α. Κατάλογος αξιόποινων πράξεων:

- Ανθρωποκτονία με πρόθεση υπό επιβαρυντικές περιστάσεις

- Ανθρωποκτονία με πρόθεση

- Βιασμός

- Εμπρησμός με πρόθεση

- Παραχάραξη

- Διακεκριμένη κλοπή και επιβαρυντική περίπτωση αποδοχής και διαθέσεως προϊόντων εγκλήματος

- Εκβίαση

- Απαγωγή και ομηρία

- Σωματεμπορία

- Παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών

- Παραβάσεις του Ν. περί όπλων και εκρηκτικών

- Παραβάσεις σχετικές με τις εκρηκτικές ύλες, έκρηξη και διακεκριμένη περίπτωση φθοράς με χρήση εκρηκτικών υλών

- Παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαπτικών αποβλήτων.

- Εγκατάλειψη παθόντος κατόπιν αυτοκινητικού ατυχήματος επιφέροντος τον θάνατο ή τη βαριά σωματική βλάβη του.

β. Αξιόποινες πράξεις που επισύρουν την έκδοση.

5. Η καταδίωξη μπορεί να επιχειρείται μόνον κατά τις ακόλουθες γενικές προϋποθέσεις:

α. Τα καταδιωκτικά όργανα συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου ενεργούν. Υπακούουν στις εντολές των κατά τόπον αρμόδιων αρχών.

β. Η καταδίωξη λαμβάνει χώρα αποκλειστικώς μέσω των χερσαίων συνόρων.

γ. Η είσοδος σε κατοικίες και σε χώρους μη επιτρεπόμενους στο κοινό απαγορεύεται.

δ. Τα καταδιωκτικά όργανα πρέπει να αναγνωρίζονται ευχερώς είτε από τη στολή τους είτε από περιβραχιόνιο είτε από πρόσθετες ενδείξεις επί του οχήματός του. Η πολιτική περιβολή με τη χρήση συμβατικού αστυνομικού οχήματος χωρίς τις προαναφερόμενες διακρίσεις δεν επιτρέπεται. Τα ως άνω όργανα πρέπει σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή να μπορούν να αποδεικνύουν την υπηρεσιακή τους ιδιότητα.

ε. Τα καταδιωκτικά όργανα μπορούν να φέρουν το υπηρεσιακό τους όπλο. Η χρήση του απαγορεύεται, με εξαίρεση τις περιπτώσεις νόμιμης άμυνας.

στ. Το καταδιωκόμενο πρόσωπο, που κρατείται σύμφωνα με την παράγραφο 2, περίπτωση β, προκειμένου να οδηγηθεί ενώπιον των αρμόδιων κατά τόπον αρχών υποβάλλεται μόνο σε έρευνα ασφαλείας. Κατά τη μεταφορά του μπορούν να χρησιμοποιηθούν χειροπέδες. Τα αντικείμενα που βρίσκονται στην κατοχή του καταδιωκόμενου προσώπου μπορούν να κατασχεθούν.

ζ. Μετά από κάθε επιχείρηση μνημονευόμενη στις παραγράφους 1, 2 και 3, τα καταδιωκτικά όργανα εμφανίζονται ενώπιον των αρμόδιων κατά τόπον αρχών του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου ενήργησαν και προβαίνουν σε αναφορά σχετικά με την αποστολή τους. Κατόπιν αιτήσεως των αρχών αυτών υποχρεούνται να παραμείνουν στη διάθεσή τους μέχρι την πλήρη επεξήγηση των περιστάσεων δράσεώς τους. Η ίδια προϋπόθεση ισχύει ακόμη και αν το καταδιωκόμενο πρόσωπο δεν κατέστη δυνατό να συλληφθεί.

η. Οι αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, από το οποίο προέρχονται τα καταδιωκτικά όργανα, παρέχουν συνδρομή, αν ζητηθεί από τις αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου η καταδίωξη πραγματοποιήθηκε, στην έρευνα μετά την επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένης και της ποινικής διαδικασίας.

6. Το πρόσωπο, το οποίο σύμφωνα με την παράγραφο 2 έχει συλληφθεί από τις αρμόδιες κατά τόπον αρχές, μπορεί ανεξαρτήτως της ιθαγενείας του να κρατηθεί για προανάκριση. Οι αντίστοιχοι κανόνες του εθνικού δικαίου εφαρμόζονται αναλογικώς.

Αν το πρόσωπο αυτό δεν έχει την ιθαγένεια του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου έχει συλληφθεί, αφήνεται ελεύθερο το αργότερο έξι ώρες μετά τη σύλληψη, χωρίς τον υπολογισμό των ωρών μεταξύ μεσονυκτίου και ενάτης ώρας, εκτός και αν οι αρμόδιες κατά τόπον αρχές πριν από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής λάβουν αίτηση προσωρινής κρατήσεως, οποιασδήποτε μορφής, με σκοπό την έκδοση.

7. Τα όργανα των προηγούμενων παραγράφων είναι:

- Ως προς το Βασίλειο του Βελγίου: τα μέλη της δικαστικής αστυνομίας των εισαγγελιών, της χωροφυλακής και της δημοτικής αστυνομίας καθώς επίσης οι τελωνειακοί υπάλληλοι, υπό τους όρους που προβλέπουν οι ισχύουσες διμερείς συμφωνίες, σύμφωνα με την παράγραφο 10 σε σχέση με τις αρμοδιότητές τους στους τομείς της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, της εμπορίας όπλων και εκρηκτικών καθώς και της παράνομης μεταφοράς τοξικών και βλαπτικών αποβλήτων.

- Ως προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: τα όργανα της ομοσπονδιακής αστυνομίας και των Κρατιδίων καθώς επίσης οι τελωνειακοί υπάλληλοι (υπηρεσία τελωνειακών ερευνών) ως όργανα συνδρομής της εισαγγελίας για τους τομείς αποκλειστικώς, αφενός της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, αφετέρου της εμπορίας όπλων.

- Ως προς τη Γαλλική Δημοκρατία: οι αξιωματικοί και τα όργανα της δικαστικής αστυνομίας, η οποία αποτελεί τμήμα της εθνικής αστυνομίας και της εθνικής χωροφυλακής καθώς επίσης οι τελωνειακοί υπάλληλοι, υπό τους όρους που προβλέπουν οι ισχύουσες διμερείς συμφωνίες, σύμφωνα με την παράγραφο 10 σε σχέση με τις αρμοδιότητές τους στους τομείς της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, της εμπορίας όπλων και εκρηκτικών καθώς και της παράνομης μεταφοράς τοξικών και βλαπτικών αποβλήτων.

- Ως προς το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: τα όργανα της χωροφυλακής και της αστυνομίας καθώς και οι τελωνειακοί υπάλληλοι, υπό τους όρους που προβλέπουν οι ισχύουσες διμερείς συμφωνίες, σύμφωνα με την παράγραφο 10 σε σχέση με τις αρμοδιότητές τους στους τομείς της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, της εμπορίας όπλων και εκρηκτικών καθώς και της παράνομης μεταφοράς τοξικών και βλαπτικών αποβλήτων.

- Ως προς το Βασίλειο των Κάτων Χωρών: τα όργανα της βασιλικής και της δημοτικής αστυνομίας καθώς επίσης οι εφοριακοί υπάλληλοι της υπηρεσίας πληροφοριών και ερευνών που είναι αρμόδιοι για τα τέλη εισαγωγής και τους φόρους καταναλώσεως, υπό τους όρους που προβλέπουν οι ισχύουσες διμερείς συμφωνίες, σύμφωνα με την παράγραφο 10 σε σχέση με τις αρμοδιότητές τους στους τομείς της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, της εμπορίας όπλων και εκρηκτικών καθώς και της παράνομης μεταφοράς τοξικών και βλαπτικών αποβλήτων.

8. Για τα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη το παρόν άρθρο δεν θίγει το άρθρο 27 της Συνθήκης Benelux περί εκδόσεως και δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις της 27ης Ιουνίου 1962, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της 11ης Μαΐου 1974.

Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί οποτεδήποτε να αντικαταστήσει τη δήλωσή του με άλλη, υπό την προϋπόθεση ότι δεν περιορίζεται η έκταση εφαρμογής της προηγουμένης. Κάθε δήλωση κατατίθεται μετά από προηγούμενη διαβούλευση με κάθε ενδιαφερόμενο Συμβαλλόμενο Μέρος, αποβλέποντας στην ισοδυναμία των ρυθμίσεων που ισχύουν στις δύο πλευρές των εσωτερικών συνόρων.

10. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν σε διμερές επίπεδο να διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 και να καθιερώσουν συμπληρωματικές διατάξεις προς εκτέλεσή του.



Άρθρο 42

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 40 και 41 τα όργανα που εκπληρώνουν υπηρεσιακό καθήκον στο έδαφος άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους εξομοιώνονται με τα όργανα του τελευταίου ως προς τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες θα ήταν παθόντες ή φυσικοί αυτουργοί.



Άρθρο 43

1. Όταν, σύμφωνα με τα άρθρα 40 και 41 της παρούσης Συμβάσεως, τα όργανα ενός Συμβαλλόμενου Μέρους εκπληρώνουν υπηρεσιακό καθήκον στο έδαφος άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, ευθύνεται το πρώτο Συμβαλλόμενο Μέρος κατά το εθνικό δίκαιο του τελευταίου Συμβαλλόμενου Μέρους για τις ζημίες που τα ανωτέρω όργανα προξενούν κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

2. Το Συμβαλλόμενο Μέρος στο έδαφος του οποίου προξενούνται οι ζημίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υποχρεούται στην αποκατάσταση των ζημιών αυτών, όπως θα έπρεπε να τις αποκαταστήσει, αν είχαν προκληθεί από τα δικά του όργανα.

3. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, τα όργανα του οποίου έχουν προξενήσει ζημίες στο έδαφος άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, καταβάλλει πλήρως στο τελευταίο το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως που αυτό κατέβαλε στους παθόντες ή τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους.

4. Με την επιφύλαξη ασκήσεως των δικαιωμάτων του έναντι των τρίτων και κατ` εξαίρεση της διατάξεως της παραγράφου 3, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος παραιτείται στην περίπτωση της παραγράφου 1, από το δικαίωμα να αξιώσει έναντι άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους το ποσό για τις ζημίες που υπέστη.



Άρθρο 44

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη, σύμφωνα με τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις και λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες καθώς και τις τεχνικές δυνατότητες, δημιουργούν - ιδίως στις παραμεθόριες περιοχές - άμεσες συνδέσεις τηλεφώνου, ασυρμάτου, τέλεξ και άλλες συνδέσεις, προκειμένου να διευκολυνθεί η αστυνομική και η τελωνειακή συνεργασία, κυρίως για την έγκαιρη διαβίβαση πληροφοριών στο πλαίσιο της διασυνοριακής παρακολουθήσεως και καταδιώξεως.

2. Πέραν των ανωτέρω βραχυπρόθεσμων μέτρων, διερευνούν τις ακόλουθες ιδίως δυνατότητες:

α. Την ανταλλαγή υλικού ή την απόσπαση υπαλλήλων - συνδέσμων, οι οποίοι θα διαθέτουν τον κατάλληλο ραδιοτηλεφωνικό εξοπλισμό.

β. Τη διεύρυνση των ομάδων συχνοτήτων που χρησιμοποιούνται στις παραμεθόριες περιοχές.

γ. Τη δημιουργία κοινής συνδέσεως μεταξύ αστυνομικών και τελωνειακών υπηρεσιών που δρουν στις ίδιες περιοχές.

δ. Το συντονισμό των προγραμμάτων τους για την αγορά επικοινωνιακών μέσων, με σκοπό την εγκατάσταση τυποποιημένων και συμβατών συστημάτων επικοινωνίας.



Άρθρο 45

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλισθεί ότι:

α. Ο διευθυντής ξενοδοχειακής επιχειρήσεως ή οι αντιπρόσωποί του μεριμνούν, όπως οι φιλοξενούμενοι αλλοδαποί, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν ιθαγένεια άλλων Συμβαλλόμενων Μερών καθώς και άλλων Κρατών Μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εφόσον δεν πρόκειται για συζύγους ή ανηλίκους που συνταξιδεύουν με αυτούς ή μέλη ταξιδιωτικών γραφείων, συμπληρώνουν και υπογράφουν ιδιοχείρως τα έντυπα δηλώσεως της παραπάνω ξενοδοχειακής επιχειρήσεως καθώς επίσης να αποδεικνύουν στον διευθυντή της εν λόγω ξενοδοχειακής επιχειρήσεως ή τους αντιπροσώπους του την ταυτότητά τους με την επίδειξη έγκυρης εγγράφου ταυτότητας.

β. Τα συμπληρωθέντα έντυπα δηλώσεως φυλάσσονται για τις αρμόδιες αρχές ή διαβιβάζονται σ` αυτές, εφόσον οι τελευταίες το κρίνουν απαραίτητο για την πρόληψη απειλών, για την άσκηση ποινικής διώξεως ή για τη διαφώτισή τους ως προς την τύχη προσώπων που έχουν εξαφανισθεί ή παθόντων ατυχημάτων, εκτός αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει διαφορετική ρύθμιση.

2. Η διάταξη της παραγράφου 1 εφαρμόζεται αναλογικώς για τα πρόσωπα που διανυκτερεύουν σε ορισμένους χώρους που εκμισθώνονται κατ` επάγγελμα, ιδίως σε αντίσκηνα, τροχόσπιτα και πλωτά μέσα.



Άρθρο 46

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, χωρίς αίτηση σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, να ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο Συμβαλλόμενο Μέρος πληροφορίες, οι οποίες μπορούν να είναι σημαντικές για το τελευταίο ως προς τη συνδρομή για την καταστολή αξιόποινων πράξεων των οποίων η τέλεση είναι σφόδρα πιθανή, την πρόληψη άδικων πράξεων ή την αποτροπή απειλών για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.

2. Η ανταλλαγή πληροφοριών, υπό την επιφύλαξη της ρυθμίσεως για συνεργασία στις παραμεθόριες περιοχές στο άρθρο 39 παράγραφος 4, λαμβάνει χώρα μέσω μιας κεντρικής υπηρεσίας που θα καθορισθεί. Σε ιδιαιτέρως επείγουσες περιπτώσεις η ανταλλαγή πληροφοριών, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, μπορεί να πραγματοποιηθεί απευθείας μεταξύ των ενδιαφερόμενων αστυνομικών αρχών, εκτός αν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση στο εθνικό δίκαιο. Η κεντρική υπηρεσία ενημερώνεται σχετικά το ταχύτερο δυνατόν.



Άρθρο 47

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να συνάψουν διμερείς συμφωνίες που επιτρέπουν την απόσπαση, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, υπαλλήλων-συνδέσμων ενός Συμβαλλόμενου Μέρους στις αστυνομικές υπηρεσίες ενός άλλου.

2. Η απόσπαση υπαλλήλων-συνδέσμων για ορισμένο ή αόριστο χρόνο αποσκοπεί στην προώθηση και επιτάχυνση της συνεργασίας μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών, ιδίως παρέχοντας συνδρομή:

α. Υπό τη μορφή ανταλλαγής πληροφοριών για την καταπολέμηση, προληπτικώς και κατασταλτικώς, της εγκληματικότητας.

β. Στην εκτέλεση των αιτήσεων αστυνομικής και δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις.

γ. Για τις ανάγκες εκπληρώσεως της αποστολής των αρχών που έχουν επιφορτισθεί με την επιτήρηση των εξωτερικών συνόρων.

3. Οι υπάλληλοι-σύνδεσμοι περιορίζονται σε καθήκοντα γνωμοδοτήσεως και συνδρομής. Δεν νομιμοποιούνται σε αυτοτελή εκτέλεση αστυνομικών μέτρων. Παρέχουν πληροφορίες και εκπληρώνουν την αποστολή τους στο πλαίσιο των οδηγιών που έχουν λάβει τόσο από το Συμβαλλόμενο Μέρος από το οποίο προέρχονται όσο και από το Συμβαλλόμενο Μέρος στο οποίο έχουν αποσπασθεί.

Υποβάλλουν τακτικώς εκθέσεις στον Διευθυντή της αστυνομικής υπηρεσίας, όπου έχουν αποσπασθεί.

4. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να συμφωνήσουν σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο ότι οι υπάλληλοι-σύνδεσμοι ενός από αυτά που έχουν αποσπασθεί σε τρίτα κράτη εκπροσωπούν εκ παραλλήλου τα συμφέροντα ενός ή περισσοτέρων άλλων Συμβαλλόμενων Μερών. Βάσει αυτών των συμφωνιών οι υπάλληλοι-σύνδεσμοι που έχουν αποσπασθεί σε τρίτα κράτη παρέχουν πληροφορίες σε άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη είτε κατόπιν αιτήσεως είτε από δική τους πρωτοβουλία και εκπληρώνουν - στα όρια των αρμοδιοτήτων τους - καθήκοντα για λογαριασμό των Μερών αυτών. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενημερώνονται μεταξύ τους ως προς τους σχεδιασμούς τους που σχετίζονται με την απόσπαση υπαλλήλων-συνδέσμων σε τρίτα κράτη.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις



Άρθρο 48

1. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου αποβλέπουν στη συμπλήρωση και τη διευκόλυνση εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαστικής Συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις της 20ής Απριλίου 1959. Στις σχέσεις μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών που είναι και μέλη της Oικονομικής Ενώσεως Benelux ισχύει ομοίως το εδάφιο 1 αναφορικά με το Κεφάλαιο ΙΙ της Συνθήκης Benelux περί εκδόσεως και δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις της 27ης Ιουνίου 1962, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της 11ης Μαΐου 1974.

2. Η παράγραφος 1 δεν επηρεάζει την εφαρμογή ευρύτερων διατάξεων που ισχύουν μεταξύ των μελών με βάση διμερείς συμφωνίες.



Άρθρο 49

Η δικαστική συνδρομή επιτρέπεται επίσης:

α. Σε διαδικασίες για πράξεις, οι οποίες σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Μερών τιμωρούνται ως παραβάσεις τάξεως από διοικητικά όργανα, των οποίων η απόφαση μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο ενώπιον ιδίως ποινικού δικαστηρίου.

σ. Σε διαδικασίες αποζημιώσεως για μέτρα ποινικής διώξεως ή αβάσιμης καταδίκης.

γ. Σε διαδικασίες για την απονομή χάριτος.

δ. Σε αστικές υποθέσεις που σχετίζονται με ποινική δίωξη, εφόσον το ποινικό δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφασίσει οριστικά επί της ποινικής διώξεως.

ε. Για την επίδοση των διαδικαστικών εγγράφων σχετικά με την εκτέλεση μιας ποινής ή ενός μέτρου ασφαλείας, της εισπράξεως προστίμου ή της καταβολής των δικαστικών εξόδων.

στ. Για τα μέτρα που σχετίζονται με την αναστολή επιβολής ή εκτελέσεως ποινής ή μέτρου ασφαλείας, την υφ` όρον απόλυση, την προσωρινή αναστολή ενάρξεως εκτίσεως ή τη διακοπή εκτίσεως ποινής ή μέτρου ασφαλείας.



Άρθρο 50

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση παροχής δικαστικής συνδρομής, κατά τα ρυθμιζόμενα από τις συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48, για περιπτώσεις παραβιάσεως των διατάξεων εν γένει περί φόρων καταναλώσεως, φόρων προστιθεμένης αξίας και τελωνειακών δασμών. Ως τελωνειακές διατάξεις εννοούνται αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 2 της Συμβάσεως μεταξύ Βελγίου, Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Λουξεμβούργου και Ολλανδίας περί αμοιβαίας τελωνειακής συνδρομής της 7ης Σεπτεμβρίου 1967 καθώς και αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού του Συμβουλίου 1468/81/ΕΟΚ της 19ης Μαΐου 1981.

2. Αιτήσεις δικαστικής συνδρομής για περιπτώσεις κατηγορίας απάτης περί τους φόρους καταναλώσεως δεν επιτρέπεται να απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι το κράτος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση δεν επιβάλει φόρους καταναλώσεως επί των εμπορευμάτων που αναφέρονται στην αίτηση.

3. Το εκζητούν Συμβαλλόμενο Μέρος δεν θα διαβιβάσει ή χρησιμοποιήσει πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε από το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο κατευθύνεται η αίτηση για ανακριτικές, διωκτικές ή διαδικαστικές πράξεις άλλες από αυτές που περιγράφονται στην αίτηση συνδρομής, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση.

4. Η προβλεπόμενη από το παρόν άρθρο αίτηση δικαστικής συνδρομής μπορεί να απορριφθεί, όταν το ποσό που υπήρξε αντικείμενο μη καταβολής ή εξαπατήσεως δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000 ECU ή η αξία των εμπορευμάτων που εισήχθησαν ή εξήχθησαν χωρίς άδεια δεν υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ECU, εκτός αν η πράξη λόγω του είδους της ή του προσώπου του δράστη χαρακτηρισθεί ως πολύ σοβαρή από το εκζητούν Συμβαλλόμενο Μέρος.

5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις όπου η αίτηση δικαστικής συνδρομής αναφέρεται σε πράξεις που τιμωρούνται με πρόστιμο (παραβάσεις τάξεως) και η αίτηση υποβάλλεται από δικαστική αρχή.



Άρθρο 51

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη δεν μπορούν να εξαρτήσουν το παραδεκτό αιτήσεων δικαστικής συνδρομής για έρευνα ή κατάσχεση από άλλους όρους εκτός από τους ακόλουθους:

α. Η πράξη που αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως δικαστικής συνδρομής να τιμωρείται κατά το δίκαιο και των δύο Συμβαλλόμενων Μερών με ποινή στερητική της ελευθερίας ή μέτρο ασφαλείας περιοριστικό της ελευθερίας, το ανώτατο όριο των οποίων να είναι τουλάχιστον έξι μήνες ή να τιμωρείται κατά το δίκαιο ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη με ισοδύναμες κυρώσεις και κατά το δίκαιο του άλλου Μέρους να τιμωρείται ως παράβαση τάξεως από διοικητική αρχή, η απόφαση της οποίας να μπορεί να προσβληθεί ενώπιον ιδίως ποινικού δικαστηρίου.

β. Η εκτέλεση της αιτήσεως δικαστικής συνδρομής να μην αντιτίθεται στο δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση.



Άρθρο 52

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να απευθύνει τα έγγραφα της διαδικασίας απευθείας μέσω ταχυδρομείου σε πρόσωπα που βρίσκονται στο έδαφος ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη γνωστοποιούν στην Εκτελεστική Επιτροπή κατάλογο των εγγράφων που μπορούν να διαβιβασθούν μέσω αυτής της οδού.

2. Αν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο παραλήπτης δεν γνωρίζει τη γλώσσα στην οποία έχει συνταχθεί το έγγραφο, πρέπει το έγγραφο - τουλάχιστον στα βασικά του μέρη - να μεταφρασθεί στη γλώσσα ή σε μία από τις γλώσσες του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο παραλήπτης. Αν στην αρχή που αποστέλλει το έγγραφο είναι γνωστό ότι ο παραλήπτης γνωρίζει μόνο μία άλλη γλώσσα, τότε το έγγραφο - ή τα σημαντικότερα μέρη του - πρέπει να μεταφρασθούν στη γλώσσα αυτή.

3. Ο πραγματογνώμων ή ο μάρτυρας, ο οποίος δεν συμμορφώνεται σε κλήτευση που του εστάλη μέσω ταχυδρομείου, δεν επιτρέπεται να τιμωρηθεί, ακόμη και αν η κλήτευση περιέχει μέτρα καταναγκασμού, εκτός αν αργότερα μεταβεί οικειοθελώς στο έδαφος του εκζητούντος Μέρους και εκεί κλητευθεί εκ νέου νόμιμα. Η αρχή που αποστέλλει τις κλητεύσεις μέσω ταχυδρομείου επιμελείται ώστε να μην εμπεριέχουν μέτρα καταναγκασμού. Η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει το άρθρο 34 της Συνθήκης Benelux περί εκδόσεως και δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις της 27ης Ιουνίου 1962, όπως έχει τροποποιηθεί από το Πρωτόκολλο της 11ης Μαΐου 1974.

4. Αν η πράξη για την οποία ζητείται η δικαστική συνδρομή τιμωρείται κατά το δίκαιο τόσο του εκζητούντος όσο και του Συμβαλλόμενου Μέρους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση διοικητικά ως παράβαση τάξεως που είναι δυνατό να εκκληθεί ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, τότε η κοινοποίηση εγγράφων λαμβάνει κατά κανόνα χώρα σύμφωνα με την παράγραφο 1.

5. Ανεξάρτητα από την παράγραφο 1, η κοινοποίηση διαδικαστικών εγγράφων μπορεί να λάβει χώρα και μέσω της δικαστικής αρχής του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, όταν η διεύθυνση του παραλήπτη είναι άγνωστη ή το εκζητούν κράτος απαιτεί προσωπική επίδοση.



Άρθρο 53

1. Οι αιτήσεις δικαστικής συνδρομής και οι σχετικές απαντήσεις μπορούν να διαβιβάζονται απευθείας μεταξύ των δικαστικών αρχών.

2. Η παράγραφος 1 δεν επηρεάζει τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεων μεταξύ των Υπουργείων Δικαιοσύνης ή μέσω των εθνικών κεντρικών γραφείων της Διεθνούς Αστυνομικής Οργανώσεως Διώξεως Εγκλήματος.

3. Οι αιτήσεις προσωρινής μεταφοράς ή διαμεταγωγής προσώπων που τελούν υπό καθεστώς προσωρινής κρατήσεως ή φυλακίσεως ή στα οποία έχει επιβληθεί στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας καθώς και η τακτική ή περιστασιακή ανταλλαγή πληροφοριών από δικαστικά αρχεία πρέπει να γίνεται μέσω των Υπουργείων Δικαιοσύνης.

4. Κατά την Ευρωπαϊκή Σύμβαση δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις της 20ής Απριλίου 1959 ως Υπουργείο Δικαιοσύνης σχετικά με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εννοείται ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Δικαιοσύνης και οι Υπουργοί ή οι Γερουσιαστές Δικαιοσύνης των Ομόσπονδων Κρατιδίων.

5. Μηνύσεις ή καταγγελίες με σκοπό την ποινική δίωξη σύμφωνα με το άρθρο 21 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις της 20ης Απριλίου 1959 ή σύμφωνα με το άρθρο 42 της Συνθήκης Benelux για έκδοση και δικαστική συνδρομή σε ποινικά θέματα της 27ης Ιουνίου 1962, όπως έχει τροποποιηθεί από το Πρωτόκολλο της 11ης Μαΐου 1974 λόγω παραβάσεως των διατάξεων περί οδηγήσεως και αναπαύσεως, μπορούν να διαβιβάζονται απευθείας από τις δικαστικές αρχές του εκζητούντος στις δικαστικές αρχές του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Εφαρμογή της αρχής Ne bis in idem



Άρθρο 54

Όποιος δικάσθηκε τελεσίδικα από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρο όμως ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους που επέβαλε την καταδίκη.



Άρθρο 55

1. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, κατά τον χρόνο της κυρώσεως, αποδοχής ή εγκρίσεως της παρούσης Συμβάσεως, να δηλώσει ότι δεν δεσμεύεται από το άρθρο 54 σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α. Όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έλαβε υπόψη της η αλλοδαπή δικαστική απόφαση, έλαβαν χώρα είτε εν όλω είτε εν μέρει στο έδαφός του, στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται, αν τα πραγματικά αυτά περιστατικά τελέσθηκαν εν μέρει στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους, όπου εκδόθηκε η δικαστική απόφαση.

β. Όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έλαβε υπόψη η αλλοδαπή δικαστική απόφαση, συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά της ασφαλείας του κράτους ή εναντίον άλλων εξίσου ουσιαστικών συμφερόντων αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους.

γ. Όταν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έλαβε υπόψη αλλοδαπή δικαστική απόφαση διαπράχθηκαν από δημόσιο υπάλληλο αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους κατά παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων.

2. Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο προέβη στη δήλωση εξαιρέσεως που προβλέπεται στην παράγραφο 1, εδάφιο β, προσδιορίζει τις κατηγορίες των αξιόποινων πράξεων επί των οποίων μπορεί να εφαρμοσθεί η εξαίρεση αυτή.

3. Συμβαλλόμενο Μέρος έχει τη δυνατότητα οποτεδήποτε να ανακαλεί μία τέτοια δήλωση σχετική με μία ή περισσότερες από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4. Οι εξαιρέσεις, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο δηλώσεως με βάση την παράγραφο 1, δεν εφαρμόζονται, όταν το ενδιαφερόμενο Συμβαλλόμενο Μέρος έχει ζητήσει από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος την ποινική δίωξη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά ή συναίνεσε στην έκδοση του εν λόγω προσώπου.



Άρθρο 56

Αν ασκήθηκε νέα ποινική δίωξη από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος εναντίον προσώπου, το οποίο καταδικάσθηκε τελεσίδικα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, ο χρόνος στερήσεως της ελευθερίας που εκτίθηκε στο έδαφος του τελευταίου αυτού Συμβαλλόμενου Μέρους εξαιτίας αυτών των πραγματικών περιστατικών πρέπει να αφαιρείται από την κύρωση που ενδεχομένως θα επιβληθεί. Εφόσον το εθνικό δίκαιο το επιτρέπει, λαμβάνονται υπόψη οι οποιεσδήποτε άλλες κυρώσεις πέραν των στερητικών της ελευθερίας ποινών.



Άρθρο 57

1. Όταν ένα πρόσωπο κατηγορείται για μία αξιόποινη πράξη από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος και οι αρμόδιες αρχές αυτού του Μέρους έχουν λόγους να πιστεύουν ότι η κατηγορία αφορά τα ίδια πραγματικά περιστατικά, για τα οποία δικάσθηκε ήδη τελεσίδικα από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, οι αρχές αυτές θα ζητήσουν, αν το θεωρούν αναγκαίο, τις σχετικές πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου έχει ήδη εκδοθεί μία απόφαση.

2. Οι αιτούμενες πληροφορίες θα χορηγούνται όσο το δυνατόν συντομότερα και λαμβάνονται υπόψη περαιτέρω κατά την εκκρεμή διαδικασία.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος υποδεικνύει κατά τον χρόνο της κυρώσεως, αποδοχής ή εγκρίσεως της παρούσης Συμβάσεως τις αρχές, οι οποίες είναι επιφορτισμένες να ζητούν και να δέχονται τις πληροφορίες που προβλέπει το παρόν άρθρο.

Άρθρο 58

Οι προηγούμενες διατάξεις δεν εμποδίζουν την εφαρμογή ευρύτερων εθνικών διατάξεων που αφορούν την εφαρμογή της αρχής "Ne bis in idem" σε σχέση με δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Έκδοση



Άρθρο 59

1. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου αποβλέπουν στη συμπλήρωση και τη διευκόλυνση εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957. Στις σχέσεις μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών που είναι και μέλη της Oικονομικής Ενώσεως Benelux ισχύει ομοίως το Κεφάλαιο Ι της Συνθήκης Benelux περί εκδόσεως και δικαστικής συνδρομής σε ποινικές συνθήκες της 27ης Ιουνίου 1962, όπως έχει τροποποιηθεί από το Πρωτόκολλο της 11ης Μαΐου 1974.

2. Η παράγραφος 1 δεν επηρεάζει την εφαρμογή ευρύτερων διατάξεων που ισχύουν με βάση διμερείς συμφωνίες μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών.



Άρθρο 60

Στις σχέσεις μεταξύ δύο Συμβαλλόμενων Μερών, από τα οποία το ένα δεν είναι μέρος της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957, εφαρμόζονται οι διατάξεις της Συμβάσεως αυτής, λαμβανομένων υπόψη των επιφυλάξεων και των δηλώσεων που κατατέθηκαν είτε κατά την κύρωση της εν λόγω Συμβάσεως είτε - για τα Συμβαλλόμενα Μέρη που δεν είναι μέρη της Συμβάσεως - κατά την κύρωση, έγκριση ή αποδοχή της παρούσης Συμβάσεως.



Άρθρο 61

Η Γαλλική Δημοκρατία υποχρεούται, κατόπιν αιτήσεως ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, να εκδώσει τα πρόσωπα που διώκονται ποινικώς για αξιόποινες πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται από τη γαλλική νομοθεσία με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δύο ετών καθώς και από το δίκαιο του εκζητούντος Συμβαλλόμενου Μέρους με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους.



Άρθρο 62

1. Ως προς τη διακοπή της παραγραφής εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του εκζητούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.

2. Αμνηστία χορηγούμενη από το Συμβαλλόμενο Μέρος, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν εμποδίζει την έκδοση, εκτός αν η αξιόποινη πράξη υπάγεται στη δικαιοδοσία του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους.

3. Η έλλειψη μηνύσεως ή επίσημης αδείας που επιτρέπει την ποινική δίωξη, οι οποίες είναι απαραίτητες μόνο με βάση τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν θίγει την υποχρέωση προς έκδοση.



Άρθρο 63

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση, σύμφωνα με τη Σύμβαση και τη Συνθήκη που μνημονεύθηκαν στο άρθρο 59, να εκδίδουν μεταξύ τους τα πρόσωπα που διώκονται ποινικώς από τις δικαστικές αρχές του εκζητούντος Συμβαλλόμενου Μέρους για μία από τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 50, παράγραφος 1 ή εκζητούνται για τις τελευταίες με σκοπό την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί για μία τέτοια αξιόποινη πράξη.



Άρθρο 64

Καταχώρηση στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν πραγματοποιούμενη σύμφωνα με το άρθρο 95, έχει το ίδιο αποτέλεσμα με μία αίτηση προσωρινής συλλήψεως υπό την έννοια του άρθρου 16 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957 ή του άρθρου της Συμβάσεως Benelux για την έκδοση και τη δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις της 27ης Ιουνίου 1962, όπως έχει τροποποιηθεί από το Πρωτόκολλο της 11ης Μαΐου 1974.



Άρθρο 65

1. Με την επιφύλαξη της δυνατότητας προσφυγής μέσω της διπλωματικής οδού οι αιτήσεις εκδόσεως και διαμεταγωγής απευθύνονται από το αρμόδιο Υπουργείο του εκζητούντος Συμβαλλόμενου Μέρους στο αρμόδιο Υπουργείο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση.

2. Αρμόδια Υπουργεία είναι:

- Για το Βασίλειο του Βελγίου: το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

- Για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης και οι Υπουργοί ή Γερουσιαστές Δικαιοσύνης των Ομόσπονδων Κρατιδίων.

- Για τη Γαλλική Δημοκρατία: το Υπουργείο Εξωτερικών.

- Για το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

- Για το Βασίλειο των Κάτω Χωρών: το Υπουργείο Δικαιοσύνης.



Άρθρο 66

1. Αν η έκδοση ενός εκζητούμενου προσώπου δεν απαγορεύεται ρητώς βάσει του δικαίου του Συμβαλλόμενου Μέρους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, το εν λόγω Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιτρέψει την έκδοση χωρίς την τήρηση της τυπικής διαδικασίας εκδόσεως, υπό τον όρο ότι το εκζητούμενο πρόσωπο συναινεί με έκθεση που συντάσσεται ενώπιον δικαστή και μετά από ακρόαση από τον τελευταίο, ώστε να τον πληροφορήσει σχετικά με το δικαίωμά του για τυπική διαδικασία εκδόσεως. Το εκζητούμενο πρόσωπο μπορεί να παρίσταται με δικηγόρο κατά τη διάρκεια της ακροάσεώς του.

2. Στην περίπτωση εκδόσεως βάσει της παράγραφου 1, το εκζητούμενο πρόσωπο που δηλώνει ρητώς παραίτηση της προστασίας, την οποία του παρέχει η αρχή της ειδικότητας, δεν μπορεί να ανακαλέσει τη δήλωση αυτή.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Διαβίβαση της εκτελέσεως ποινικών αποφάσεων



Άρθρο 67

Για τα Συμβαλλόμενα Μέρη που προσχώρησαν στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 21ης Μαρτίου 1983 για τη μεταφορά καταδίκων ισχύουν συμπληρωματικά οι ακόλουθες διατάξεις.



Άρθρο 68

1. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος στο έδαφος του οποίου υπήκοος ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους καταδικάσθηκε τελεσίδικα σε ποινή περιοριστική της ελευθερίας ή σε μέτρο ασφαλείας, μπορεί αν το εν λόγω πρόσωπο προσπαθήσει να αποφύγει την έναρξη ή τη συνέχιση εκτελέσεως της ποινής ή του μέτρου ασφαλείας καταφεύγοντας στην πατρίδα του, να απευθύνει αίτηση προς το κράτος στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο φυγόδικος, να αναλάβει την εκτέλεση της ποινής ή του μέτρου ασφαλείας.

2. Εν αναμονή των εγγράφων που θεμελιώνουν την αίτηση αναλήψεως της εκτελέσεως της ποινής ή των μέτρων ασφαλείας ή του μέρους της ποινής που δεν έχει εκτιθεί ακόμη και της εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως, το Συμβαλλόμενο Μέρος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορεί μετά από αίτηση του εκζητούντος Μέρους, να διατάξει την προσωρινή κράτηση του καταδίκου ή να λάβει άλλα μέτρα για τη διασφάλιση της διαμονής του στο έδαφος του κράτους, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση.



Άρθρο 69

Η μεταβίβαση της εκτελέσεως της ποινής κατά το άρθρο 68 δεν προϋποθέτει τη συναίνεση του προσώπου που καταδικάσθηκε σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας. Οι άλλες διατάξεις της Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης της 21ης Μαρτίου 1983 σχετικά με τη μεταφορά των καταδίκων εφαρμόζονται ανάλογα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ



Άρθρο 70

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη συγκροτούν μόνιμη ομάδα εργασίας επιφορτισμένη με την εξέταση των κοινών προβλημάτων που αφορούν την καταστολή της εγκληματικότητας στον τομέα των ναρκωτικών καθώς και την επεξεργασία, ενδεχομένως, προτάσεων προκειμένου να βελτιωθούν, αν παραστεί ανάγκη, οι πρακτικές και τεχνικές πλευρές της συνεργασίας μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών. Η ομάδα εργασίας υποβάλλει τις προτάσεις της στην Εκτελεστική Επιτροπή.

2. Η ομάδα εργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, της οποίας τα μέλη ορίζονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, περιλαμβάνει, ιδίως, αντιπροσώπους των αρμόδιων αστυνομικών και τελωνειακών αρχών.



Άρθρο 71

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση, ως προς την άμεση ή έμμεση διάθεση ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως καθώς και την κατοχή των εν λόγω προϊόντων και ουσιών με σκοπό τη διάθεση ή την εξαγωγή τους, να λάβουν, σε συμφωνία με τις ισχύουσες Συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών ("Ενιαία Σύμβαση του 1961 για τα ναρκωτικά, όπως έχει τροποποιηθεί από το Πρωτόκολλο του 1972 περί τροποποιήσεως της Ενιαίας Συμβάσεως του 1961 για τα ναρκωτικά. Σύμβαση του 1971 για τις ψυχότροπες ουσίες. Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών της 20ής Δεκεμβρίου 1988 σχετικά με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών) όλα τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη και την καταστολή της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.

2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 74, 75 και 76, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε πρόληψη και καταστολή της παράνομης εξαγωγής, με διοικητικά και ποινικά μέτρα, ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, συμπεριλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως, καθώς και της πωλήσεως, της προμηθείας και της διαθέσεως των εν λόγω προϊόντων και ουσιών.

3. Για την καταπολέμηση της παράνομης εισαγωγής ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, συμπεριλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως, τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενισχύουν τους ελέγχους της κυκλοφορίας προσώπων και εμπορευμάτων καθώς και των μέσων μεταφοράς στα εξωτερικά σύνορα. Τα μέτρα αυτά καθορίζονται από την ομάδα εργασίας του άρθρου 70. Η εν λόγω ομάδα εργασίας λαμβάνει υπόψη, ιδίως, τη μετάθεση ενός μέρους των αστυνομικών και τελωνειακών δυνάμεων, που αποδεσμεύονται από τα εσωτερικά σύνορα, καθώς και την προσφυγή σε σύγχρονες μεθόδους ανιχνεύσεως ναρκωτικών και σε ειδικά για τον σκοπό αυτόν εκπαιδευόμενους σκύλους.

4. Για την τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου, τα Συμβαλλόμενα Μέρη εποπτεύουν, ειδικώς τα μέρη για τα οποία είναι γνωστό ότι χρησιμοποιούνται για τη διακίνηση των ναρκωτικών.

5. Για την καταπολέμηση της παράνομης ζητήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, συμπεριλαμβανομένης και της ινδικής καννάβεως, τα Συμβαλλόμενα Μέρη λαμβάνουν κάθε δυνατό μέτρο για την πρόληψη και καταστολή των αρνητικών επιπτώσεων της παράνομης αυτής ζητήσεως. Τα ανωτέρω μέτρα ανάγονται στον τομέα ευθύνης κάθε Συμβαλλόμενου Μύρους.



Άρθρο 72

Σύμφωνα με το Σύνταγμά τους και την εθνική νομοθεσία τους, τα Συμβαλλόμενα Μέρη εγγυώνται ότι θα ληφθούν εθνικές νομοθετικές διατάξεις, ώστε να γίνει δυνατή η κατάσχεση και η δήμευση των προϊόντων της παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.



Άρθρο 73

1. Σύμφωνα με το Σύνταγμά τους και την εθνική νομοθεσία τους, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να λάβουν μέτρα για να γίνουν δυνατές οι ελεγχόμενες παραδόσεις στην παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.

2. Η απόφαση προσφυγής σε ελεγχόμενες παραδόσεις λαμβάνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση βάσει της εκ των προτέρων εγκρίσεως κάθε ενδιαφερόμενου Συμβαλλόμενου Μέρους.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διατηρεί τη διεύθυνση και τον έλεγχο της επιχειρήσεως στην επικράτειά του και έχει εξουσία προς παρέμβαση.



Άρθρο 74

Για το νόμιμο εμπόριο ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνούν ότι οι έλεγχοι που απορρέουν από τις Συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών που αναφέρονται στο άρθρο 71 και πραγματοποιούνται στα εσωτερικά σύνορα, μεταφέρονται, στο μέτρο του δυνατού, στο εσωτερικό της χώρας.



Άρθρο 75

1. Για την κυκλοφορία ταξιδιωτών με προορισμό την επικράτεια ή εντός της επικρατείας των Συμβαλλόμενων Μερών, τα πρόσωπα μπορούν να μεταφέρουν τα αναγκαία ναρκωτικά και ψυχότροπες ουσίες στο πλαίσιο θεραπευτικής αγωγής, μόνον εφόσον επιδεικνύουν σε κάθε έλεγχο πιστοποιητικό που εκδόθηκε ή επικυρώθηκε από αρμόδια προς το σκοπό αυτόν υπηρεσία του κράτους διαμονής.

2. Η Εκτελεστική Επιτροπή αποφασίζει για τη μορφή και το περιεχόμενο του πιστοποιητικού της παραγράφου 1, το οποίο χορηγείται από τα Συμβαλλόμενα Μέρη και ειδικότερα για τις πληροφορίες που αφορούν τη φύση και την ποσότητα των προϊόντων και των ουσιών καθώς και τη διάρκεια του ταξιδιού.

3. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενημερώνονται αμοιβαίως για τις αρχές που είναι αρμόδιες για την έκδοση ή την επικύρωση του πιστοποιητικού της παραγράφου 2.



Άρθρο 76

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αποφασίζουν, εφόσον είναι αναγκαίο και σύμφωνα με τις ιατρικές τους συνήθειες, τα ιατρικά τους ήθη και την ιατρική τους πρακτική, τα κατάλληλα μέτρα για τον έλεγχο των ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, τα οποία υποβάλλονται στην επικράτεια ενός ή περισσότερων από τα Συμβαλλόμενα Μέρη, σε ελέγχους αυστηρότερους εκείνων της δικής τους επικρατείας, ώστε να μη θιγεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων αυτών.

2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης και για τις ουσίες που χρησιμοποιούνται συχνά για την παρασκευή ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών.

3. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενημερώνονται αμοιβαίως για τα μέτρα που λαμβάνουν προς υλοποίηση της εποπτείας του νόμιμου εμπορίου των ουσιών των παραγράφων 1 και 2.

4. Τα προβλήματα που ανακύπτουν ως προς αυτά, συζητούνται τακτικά στην Εκτελεστική Επιτροπή.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Πυροβόλα όπλα και πυρομαχικά



Άρθρο 77

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προσαρμόσουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές εθνικές τους διατάξεις σχετικά με την κτήση, την κατοχή, την εμπορία και την παράδοση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών.

2. Το παρόν Κεφάλαιο αφορά την κτήση, την κατοχή, την εμπορία και την παράδοση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών από φυσικά και νομικά πρόσωπα. Δεν ισχύει για παράδοση όπλων προς τις κεντρικές και περιφερειακές αρχές, τις ένοπλες δυνάμεις και την αστυνομία, ούτε την κτήση και την κατοχή όπλων από τις εν λόγω αρχές ούτε την κατασκευή πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών από δημόσιες επιχειρήσεις.



Άρθρο 78

1. Στο πλαίσιο του παρόντος Κεφαλαίου, τα πυροβόλα όπλα κατατάσσονται ως εξής:

α. Απαγορευμένα όπλα.

β. Όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια.

γ. Όπλα για τα οποία απαιτείται δήλωση.

2. Ο μηχανισμός του κλείστρου, ο γεμιστήρας και η κάννη των πυροβόλων όπλων υπόκεινται κατ` αναλογία, στις διατάξεις που ισχύουν για το όπλο του οποίου αποτελούν τμήμα ή για το οποίο προορίζονται.

3. Κατά την έννοια της παρούσης Συμβάσεως, ως βραχύκαννα όπλα νοούνται τα πυροβόλα όπλα των οποίων το μήκος της κάννης δεν υπερβαίνει τα 30 εκ. ή των οποίων το ολικό μήκος δεν υπερβαίνει τα 60 εκ. Ως μακρύκαννα όπλα νοούνται όλα τα άλλα πυροβόλα όπλα.



Άρθρο 79

1. Ο κατάλογος των απαγορευμένων πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών περιλαμβάνει τα ακόλουθα αντικείμενα:

α. Τα πυροβόλα όπλα που χρησιμοποιούνται συνήθως ως πολεμικά πυροβόλα όπλα.

β. Τα αυτόματα πυροβόλα όπλα, ακόμη και αν δεν είναι πολεμικά.

γ. Τα πυροβόλα όπλα παραλλαγμένα με τη μορφή άλλου αντικειμένου.

δ. Τα πυρομαχικά με διατρητικές, εκρηκτικές ή εμπρηστικές σφαίρες καθώς και τα βλήματα για τα πυρομαχικά αυτά.

ε. Τα πυρομαχικά για πιστόλια και περίστροφα με βλήματα dum-dum ή κοίλου γεμίσματος καθώς και τα βλήματα για τα πυρομαχικά αυτά.

2. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, σε ειδικές περιπτώσεις, να χορηγούν άδειες για τα πυροβόλα όπλα και τα πυρομαχικά της παραγράφου 1, αν τούτο δεν αντιβαίνει στη δημόσια τάξη και ασφάλεια.



Άρθρο 80

1. Ο κατάλογος των πυροβόλων όπλων για την κτήση και την κατοχή των οποίων απαιτείται άδεια περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα πυροβόλα όπλα, εφόσον αυτά δεν είναι απαγορευμένα:

α. Τα βραχύκαννα ημιαυτόματα ή επαναληπτικά πυροβόλα όπλα.

β. Τα βραχύκαννα πυροβόλα όπλα μιας βολής με κεντρική επίκρουση.

γ. Τα βραχύκαννα πυροβόλα όπλα μιας βολής με δακτυλιοειδή επίκρουση, συνολικού μήκους μικρότερου από 28 εκ.

δ. Τα μακρύκαννα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα των οποίων ο γεμιστήρας και η θαλάμη μπορούν να φέρουν περισσότερα από τρία φυσίγγια.

ε. Τα μακρύκαννα επαναληπτικά και ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα με λεία κάννη, το μήκος της οποίας δεν υπερβαίνει τα 60 εκ.

στ. Τα ημιαυτόματα μη πολεμικά πυροβόλα όπλα που έχουν τη μορφή αυτόματου πολεμικού πυροβόλου όπλου.

2. Ο κατάλογος των πυροβόλων όπλων για τα οποία απαιτείται άδεια, δεν περιλαμβάνει:

α. Όπλα προοριζόμενα να δίνουν σήμα προειδοποιήσεως, να εκτοξεύουν δακρυγόνα ή να δίνουν σήμα συναγερμού υπό τον όρο ότι με τεχνικά μέσα εξασφαλίζεται ότι δεν είναι δυνατή η μετατροπή τους με κοινά εργαλεία σε όπλα κατάλληλα για την εκτόξευση πυρομαχικών με σφαίρες και ότι η εκτόξευση μιας ερεθιστικής ουσίας δεν προκαλεί ανεπανόρθωτες σωματικές βλάβες σε πρόσωπα.

β. Τα μακρύκαννα ημιαυτόματα πυροβόλα όπλα των οποίων ο γεμιστήρας και η θαλάμη δεν μπορούν να φέρουν περισσότερα από τρία φυσίγγια χωρίς να επαναγεμίζονται, υπό τον όρο ότι ο γεμιστήρας είναι σταθερός ή διασφαλίζεται ότι τα εν λόγω όπλα δεν μπορούν να μετατραπούν με κοινά εργαλεία σε όπλα των οποίων ο γεμιστήρας και η θαλάμη μπορούν να περιέχουν περισσότερα από τρία φυσίγγια.



Άρθρο 81

Στον κατάλογο των πυροβόλων όπλων για τα οποία απαιτείται δήλωση περιλαμβάνονται, εφόσον τα όπλα αυτά δεν είναι απαγορευμένα ούτε υπόκεινται σε άδεια:

α. Τα μακρύκαννα επαναληπτικά πυροβόλα όπλα.

β. Τα μακρύκαννα πυροβόλα όπλα μιας βολής με μία ή περισσότερες κάννες με ραβδώσεις.

γ. Τα βραχύκαννα πυροβόλα όπλα, μιας βολής με δακτυλιοειδή επίκρουση, συνολικού μήκους ανώτερου από 28 εκ.

δ. Τα όπλα που αναφέρονται στο άρθρο 80, παράγραφος 2, περίπτωση β.



Άρθρο 82

Οι κατάλογοι των όπλων των άρθρων 79, 80 και 81 δεν περιλαμβάνουν:

α. Τα πυροβόλα όπλα των οποίων ο τύπος ή το έτος κατασκευής είναι - πλην εξαιρέσεων - προγενέστερα της 1ης Ιανουαρίου 1870, υπό τον όρο ότι αυτά δεν μπορούν να δεχθούν πυρομαχικά που προορίζονται για όπλα απαγορευμένα ή για τα οποία απαιτείται άδεια.

β. Τις αναπαραγωγές όπλων της περιπτώσεως α, υπό τον όρο ότι δεν είναι δυνατή η χρησιμοποίηση φυσιγγίου με μεταλλικό περίβλημα.

γ. Τα πυροβόλα όπλα που έχουν καταστεί ακατάλληλα για χρήση με οποιαδήποτε πυρομαχικά, με την εφαρμογή τεχνικών μεθόδων εγγυημένων από έναν επίσημο οργανισμό με τη χάραξη του ειδικού προς τούτο σήματος ή αναγνωρισμένων από έναν τέτοιο οργανισμό.



Άρθρο 83

Η άδεια κτήσεως και κατοχής πυροβόλου όπλου του άρθρου 80, χορηγείται μόνο:

α. Αν ο ενδιαφερόμενος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, πλην παρεκκλίσεων για κυνηγετικές ή αθλητικές δραστηριότητες.

β. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν είναι ανίκανος για την κτήση ή την κατοχή ενός πυροβόλου όπλου εξαιτίας διανοητικής ασθένειας ή οποιασδήποτε άλλης διανοητικής ή φυσικής ανικανότητας.

γ. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν έχει καταδικασθεί για αξιόποινη πράξη ή από άλλες ενδείξεις δεν φέρεται ότι είναι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.

δ. Αν ο λόγος που προβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο για την κτήση ή την κατοχή πυροβόλου όπλου μπορεί να θεωρηθεί ως βάσιμος.



Άρθρο 84

1. Η δήλωση για τα όπλα του άρθρου 81 καταχωρείται σε κατάλογο που τηρείται από τα πρόσωπα του άρθρου 85.

2. Όταν ένα όπλο χορηγείται από πρόσωπο μη αναφερόμενο στο άρθρο 85, η σχετική δήλωση πρέπει να γίνεται σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζονται από κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος.

3. Οι δηλώσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να περιλαμβάνουν τα απαραίτητα στοιχεία για την αναγνώριση των προσώπων και των όπλων στα οποία αναφέρονται.



Άρθρο 85

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη υποχρεούνται να υποβάλλουν σε υποχρεωτική έκδοση αδείας τους κατασκευαστές και τους εμπόρους πυροβόλων όπλων για τα οποία απαιτείται η έκδοση αδείας. Υποχρεούνται επίσης να υποβάλλουν σε υποχρεωτική δήλωση τους κατασκευαστές και τους εμπόρους πυροβόλων όπλων. Η έκδοση αδείας για τα πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια καλύπτει επίσης και τα πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται δήλωση. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη εποπτεύουν τους κατασκευαστές και τους εμπόρους πυροβόλων όπλων κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματικός έλεγχος.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη προβλέπουν την υποχρέωση για τους κατασκευαστές και τους εμπόρους πυροβόλων όπλων να καταχωρούν όλα τα όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια και δήλωση. Τα μητρώα καταχωρήσεως πρέπει να καθιστούν δυνατό τον άμεσο προσδιορισμό του χαρακτήρα των πυροβόλων όπλων, της προελεύσεως και του αγοραστή τους.

4. Για τα τα πυροβόλα όπλα για τα οποία απαιτείται άδεια σύμφωνα με τα άρθρα 79 και 80, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να θεσπίσουν διατάξεις προκειμένου ο αριθμός αναγνωρίσεως και το σήμα του κατασκευαστή που αναγράφονται στα όπλα να επαναλαμβάνονται και στην άδεια που χορηγείται στον κάτοχό τους.



Άρθρο 86

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να θεσπίσουν διατάξεις με τις οποίες να απαγορεύεται στους νόμιμους κατόχους πυροβόλων όπλων για τα οποία απαιτείται άδεια ή δήλωση να τα παραχωρούν σε πρόσωπα που δεν διαθέτουν άδεια για την κτήση όπλου ή πιστοποιητικό δηλώσεως όπλου.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να επιτρέπουν την προσωρινή παραχώρηση των εν λόγω όπλων, σύμφωνα με διαδικασίες που αυτά καθορίζουν.



Άρθρο 87

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη εισάγουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν την αφαίρεση της αδείας, στις περιπτώσεις που ο δικαιούχος δεν ικανοποιεί πλέον τους όρους χορηγήσεως του άρθρου 83.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να λαμβάνουν επαρκή μέτρα που περιλαμβάνουν την κατάσχεση του πυροβόλου όπλου και την αφαίρεση της αδείας και να προβλέπουν τις κατάλληλες κυρώσεις για τις περιπτώσεις παραβιάσεως των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που ισχύουν για τα πυροβόλα όπλα. Οι κυρώσεις μπορούν να προβλέπουν και την κατάσχεση των πυροβόλων όπλων.



Άρθρο 88

1. Οι δικαιούχοι αδείας κτήσεως πυροβόλου όπλου απαλλάσσονται από την υποχρέωση αδείας ή την κτήση πυρομαχικών προοριζόμενων για το όπλο αυτό.

2. Η κτήση πυρομαχικών από πρόσωπα που δεν είναι δικαιούχοι αδείας κτήσεως όπλων υπόκειται στο καθεστώς που ισχύει για το όπλο για το οποίο προορίζονται τα πυρομαχικά αυτά. Η άδεια μπορεί να χορηγείται για μόνο μία ή όλες τις κατηγορίες πυρομαχικών.



Άρθρο 89

Οι καταστάσεις των απαγορευμένων πυροβόλων όπλων, για τα οποία απαιτείται άδεια και δήλωση, μπορούν να τροποποιούνται ή να συμπληρώνονται από την Εκτελεστική Επιτροπή, ώστε να λαμβάνονται υπόψη η τεχνική και οικονομική εξέλιξη καθώς και η κρατική ασφάλεια.

1

Άρθρο 90

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη έχουν την δυνατότητα να θεσπίσουν αυστηρότερους νόμους ή διατάξεις, ως προς το καθεστώς των πυροβόλων όπλων και των πυρομαχικών.



Άρθρο 91

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνούν, βάσει της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της 28ης Ιουνίου 1978 για τον έλεγχο της κτήσεως και της κατοχής πυροβόλων όπλων από ιδιώτες, να δημιουργήσουν στο πλαίσιο του εθνικού τους δικαίου ένα σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, ως προς την κτήση πυροβόλων όπλων από πρόσωπα, απλούς ιδιώτες ή οπλοπώλες λιανικής πωλήσεως - που συνήθως διαμένουν ή έχουν κατοικία στην επικράτεια ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Ως οπλοπώλης λιανικής πωλήσεως θεωρείται κάθε πρόσωπο του οποίου η επαγγελματική δραστηριότητα συνίσταται, εν όλω ή εν μέρει, στο λιανικό εμπόριο πυροβόλων όπλων.

2. Η ανταλλαγή πληροφοριών αφορά:

α. Μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών που έχουν κυρώσει τη Σύμβαση της παραγράφου 1, τα πυροβόλα όπλα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 1, μέρος Α, αριθμός 1, περίπτωση α έως η της εν λόγω Συμβάσεως.

β. Μεταξύ δύο Συμβαλλόμενων Μερών από τα οποία τουλάχιστον ένα δεν έχει κυρώσει τη Σύμβαση της παραγράφου 1, τα όπλα που κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος υποβάλλει σε καθεστώς αδείας ή δηλώσεως.

3. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην κτήση πυροβόλων όπλων διαβιβάζονται χωρίς καθυστέρηση και περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία:

α. Την ημερομηνία κτήσεως και τα στοιχεία ταυτότητας του αποκτώντος, δηλαδή

- Αν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο: επώνυμο, όνομα (τα), ημερομηνία και τόπο γεννήσεως, διεύθυνση και αριθμό διαβατηρίου ή ταυτότητας καθώς και την ημερομηνία παραδόσεως και μνεία της εκδούσης αρχής είτε πρόκειται για οπλοπώλη είτε όχι.

- Αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο: όνομα ή εμπορική επωνυμία και έδρα καθώς και επώνυμο, όνομα (τα), ημερομηνία και τόπο γεννήσεως, διεύθυνση και αριθμό διαβατηρίου ή ταυτότητας του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου.

β. Τον τύπο, τον αριθμό κατασκευής, το διαμέτρημα και τα άλλα χαρακτηριστικά του πυροβόλου όπλου καθώς και τον αριθμό αναγνωρίσεως.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος ορίζει μία εθνική αρχή που αποστέλλει και λαμβάνει τις πληροφορίες των παραγράφων 2 και 3 και ανακοινώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη κάθε τροποποίηση σχετικά με τον ορισμό της εν λόγω αρχής.

5. Η οριζόμενη από κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος αρχή μπορεί να διαβιβάζει τις πληροφορίες που της ανακοινώθηκαν στις αρμόδιες τοπικές αστυνομικές αρχές και στις αρχές εποπτείας των συνόρων, προκειμένου να προληφθούν ή να διωχθούν αξιόποινες πράξεις και παραβάσεις των κανονισμών.



ΤΙΤΛΟΣ IV

Σύστημα Πληροφοριών Σύνγκεν



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Εγκατάσταση του Συστήματος Πληροφοριών Σύνγκεν



Άρθρο 92

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη εγκαθιστούν και διατηρούν ένα κοινό σύστημα πληροφοριών, το οποίο εφεξής θα αποκαλείται Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν, απαρτιζόμενο από ένα εθνικό τμήμα σε κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος και από μία τεχνική υπηρεσία υποστηρίξεως. Το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν επιτρέπει στις αρχές που έχουν ορισθεί από τα Συμβαλλόμενα Μέρη μέσω μιας αυτοματοποιημένης διαδικασίας αναζητήσεως να διαθέτουν καταχωρήσεις προσώπων και αντικειμένων κατά τη διενέργεια συνοριακών ελέγχων και εξακριβώσεων καθώς και άλλων αστυνομικών και τελωνειακών ελέγχων στο εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Επίσης για μόνη την κατηγορία του άρθρου 96 να διαθέτουν καταχωρήσεις για τις ανάγκες της διαδικασίας χορηγήσεως θεωρήσεων, τίτλων διαμονής και ρυθμίσεων των δικαιωμάτων των αλλοδαπών στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως για την κυκλοφορία των προσώπων.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εγκαθιστά και διατηρεί για λογαριασμό του και με δική του ευθύνη το εθνικό του τμήμα του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν, του οποίου το αρχείο δεδομένων με τη συμβολή της τεχνικής υπηρεσίας υποστηρίξεως ταυτίζεται ως προς το περιεχόμενο με το εθνικό τμήμα κάθε άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Για να καταστεί δυνατή η ταχεία και επαρκής διαβίβαση δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 3, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, κατά την εγκατάσταση του εθνικού του τμήματος, λαμβάνει υπόψη τα πρωτόκολλα και τις διαδικασίες που έχουν καθιερωθεί από κοινού από τα Συμβαλλόμενα Μέρη για τη λειτουργία της τεχνικής υπηρεσίας υποστηρίξεως. Το αρχείο δεδομένων κάθε εθνικού τμήματος χρησιμεύει για την αυτοματοποιημένη αναζήτηση δεδομένων στην επικράτεια κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους. Αναζήτηση αρχείων δεδομένων του εθνικού τμήματος ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους δεν είναι δυνατή.

3. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη εγκαθιστούν και διατηρούν για λογαριασμό όλων και με κοινή ευθύνη την τεχνική υπηρεσία υποστηρίξεως του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν. Η Γαλλική Δημοκρατία είναι υπεύθυνη για την εν λόγω υπηρεσία υποστηρίξεως, η οποία εγκαθίσταται στο Στρασβούργο. Αυτή περιλαμβάνει ένα αρχείο δεδομένων, το οποίο μέσω της διαβιβάσεως πληροφοριών επί του δικτύου (on line) διασφαλίζει την ομοιότητα των αρχείων δεδομένων των εθνικών τμημάτων. Στο αρχείο δεδομένων της τεχνικής υπηρεσίας υποστηρίξεως περιέχονται καταχωρήσεις προσώπων και αντικειμένων, εφόσον αυτές αφορούν όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Το ίδιο αρχείο δεν περιλαμβάνει άλλα δεδομένα, με εξαίρεση αυτά που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και στο άρθρο 113 παράγραφος 2.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Λειτουργία και χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σύνγκεν



Άρθρο 93

Το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως, αποσκοπεί στην προστασία της δημόσιας τάξεως και ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της ασφαλείας του κράτους καθώς επίσης στην εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω Συμβάσεως για την κυκλοφορία των προσώπων στην επικράτεια των Συμβαλλόμενων Μερών με τις διαβιβαζόμενες πληροφορίες μέσω του συστήματος αυτού.



Άρθρο 94

1. Το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν περιέχει αποκλειστικώς τις κατηγορίες δεδομένων, τα οποία παρέχονται από κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος και είναι αναγκαία για τους σκοπούς που προβλέπουν τα άρθρα 95 έως 100. Το Συμβαλλόμενο Μέρος που καταχωρεί τις πληροφορίες διερευνά αν η σπουδαιότητα της συγκεκριμένης περιπτώσεως δικαιολογεί την καταχώρηση στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν.

2. Οι κατηγορίες δεδομένων είναι:

α. Τα καταχωρούμενα πρόσωπα.

β. Τα αντικείμενα που αναφέρονται στο άρθρο 100 και τα οχήματα που μνημονεύονται στο άρθρο 99.

3. Ως προς τα πρόσωπα εισάγονται κατ` ανώτατο όριο τα ακόλουθα στοιχεία:

α. Το επώνυμο και το όνομα, κατά περίπτωση καταγράφεται και το ψευδώνυμο.

β. Τα ιδιαίτερα αναλλοίωτα φυσικά χαρακτηριστικά.

γ. Το πρώτο γράμμα του δεύτερου ονόματος.

δ. Η ημερομηνία και ο τόπος γεννήσεως.

ε. Το φύλο.

στ. Η ιθαγένεια.

ζ. Η ένδειξη ότι τα εν λόγω πρόσωπα οπλοφορούν.

η. Η ένδειξη ότι τα εν λόγω πρόσωπα έχουν προβεί σε πράξεις παράνομης βίας.

θ. Ο λόγος της καταχωρήσεως.

ι. Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν.

Δεν επιτρέπονται άλλα στοιχεία, ιδίως τα δεδομένα που μνημονεύονται στο άρθρο 6, πρώτο εδάφιο της Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981 για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα.

4. Εφόσον ένα Συμβαλλόμενο Μέρος εκτιμά ότι μία καταχώρηση, σύμφωνα με τα άρθρα 96, 97 ή 99, αντίκειται στο εθνικό του δίκαιο, τις διεθνείς υποχρεώσεις του ή τα ουσιώδη εθνικά του συμφέροντα, μπορεί να συνοδεύσει εκ των υστέρων αυτή την καταχώρηση στο αρχείο του εθνικού τμήματος του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν με την ένδειξη ότι τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν δεν θα εκτελεσθούν στην επικράτειά του βάσει της καταχωρήσεως. Για το ζήτημα αυτό πρέπει να διεξάγονται διαβουλεύσεις με τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη. Αν το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος δεν αποσύρει την καταχώρηση, αυτή είναι έγκυρη για τα άλλα Συμβαλλόμενα Μύρη.



Άρθρο 95

1. Τα δεδομένα σχετικά με τα πρόσωπα των οποίων ζητείται η σύλληψη κατόπιν σχετικού εντάλματος ή άλλης πράξεως ανάλογης ισχύος ή καταδικαστικής αποφάσεως με σκοπό την έκδοση, καταχωρούνται κατόπιν αιτήσεως της δικαστικής αρχής του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.

2. Πριν από την καταχώρηση, το Συμβαλλόμενο Μέρος που προβαίνει σ` αυτήν ελέγχει αν η σύλληψη επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο των Συμβαλλόμενων Μερών προς τα οποία απευθύνεται η αίτηση. Αν το Συμβαλλόμενο Μέρος διατηρεί επιφυλάξεις ως προς τα ανωτέρω πρέπει να διαβουλευθεί με τα άλλα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη.

Το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος ανακοινώνει στα Συμβαλλόμενα Μέρη προς τα οποία απευθύνεται η αίτηση συγχρόνως με την καταχώρηση μέσω της ταχύτερης δυνατής οδού, τις ακόλουθες ουσιώδεις πληροφορίες για την υπόθεση:

α. Την αρχή από την οποία προέρχεται η αίτηση συλλήψεως.

β. Την ύπαρξη εντάλματος συλλήψεως ή πράξεως ανάλογης ισχύος ή καταδικαστικής αποφάσεως.

γ. Τη φύση και τον νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξεως.

δ. Την περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως της αξιόποινης πράξεως, συμπεριλαμβανομένων του χρόνου, του τόπου και του βαθμού συμμετοχής στην πράξη αυτή του καταχωρούμενου προσώπου.

ε. Στο μέτρο του δυνατού τις συνέπειες της αξιόποινης πράξεως.

3. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορεί να σημειώσει την καταχώρηση στο αρχείο του εθνικού τμήματος του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν με την ένδειξη ότι μέχρι τη διαγραφή της δεν μπορεί να προβεί σε σύλληψη βάσει της καταχωρήσεως. Η ένδειξη αυτή πρέπει να διαγραφεί το αργότερο είκοσι τέσσερις ώρες μετά την καταχώρηση σε αρχείο εκτός και αν το εν λόγω Συμβαλλόμενο Μέρος αρνείται την αιτηθείσα σύλληψη για νομικούς ή για ειδικούς λόγους σκοπιμότητας. Εφόσον, σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις, η πολυπλοκότητα των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η καταχώρηση το απαιτεί, η προαναφερόμενη προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά μία εβδομάδα. Με την επιφύλαξη ενδείξεως ή απορριπτικής αποφάσεως τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να προβούν στην αιτηθείσα σύλληψη βάσει της καταχωρήσεως.

4. Αν, για ιδιαιτέρως επείγοντες λόγους, ένα Συμβαλλόμενο Μέρος ζητήσει μία άμεση έρευνα, το Μέρος προς το οποίο απευθύνεται, διερευνά τη δυνατότητα παραιτήσεως από την ένδειξη. Το Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες, προκειμένου τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, να μπορούν να εκτελεσθούν χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, αν η καταχώρηση είναι έγκυρη.

5. Αν δεν είναι δυνατή η σύλληψη είτε λόγω μη ολοκληρώσεως μιας σχετικής έρευνας είτε λόγω απορριπτικής αποφάσεως του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, το τελευταίο πρέπει να εκλάβει την καταχώρηση ως καταχώρηση με σκοπό τη γνωστοποίηση του τόπου διαμονής.

6. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη προς τα οποία απευθύνεται η αίτηση λαμβάνουν τα αιτούμενα μέτρα βάσει της καταχωρήσεως, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμβάσεις εκδόσεως και το εθνικό δίκαιο. Δεν υποχρεούνται να λάβουν τα αιτούμενα μέτρα αν πρόκειται για υπήκοό τους, με την επιφύλαξη της δυνατότητας να προβούν στη σύλληψη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.



Άρθρο 96

1. Τα δεδομένα σχετικά με τους αλλοδαπούς που καταχωρούνται με σκοπό την απαγόρευση εισόδου, καταχωρούνται σε αρχείο βάσει μιας εθνικής καταχωρήσεως, η οποία έχει έρεισμα στις αποφάσεις των αρμόδιων διοικητικών αρχών και δικαστηρίων, σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες της εθνικής νομοθεσίας.

2. Οι αποφάσεις μπορούν να έχουν ως αιτιολογία την απειλή της δημόσιας τάξεως και ασφαλείας καθώς και της εθνικής ασφαλείας που ενδέχεται να συνιστά η παρουσία ενός αλλοδαπού επί του εθνικού εδάφους.

Αυτή μπορεί, κυρίως, να είναι η περίπτωση:

α. Αλλοδαπού, ο οποίος έχει καταδικασθεί για αξιόποινη πράξη επισύρουσα ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους.

β. Αλλοδαπού, εις βάρος του οποίου υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ότι διέπραξε σοβαρές αξιόποινες πράξεις, συμπεριλαμβανομένων και όσων αναφέρονται στο άρθρο 71 ή εις βάρος του οποίου υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι έχει προβεί σε προπαρασκευαστικές ενέργειες τέτοιων αξιόποινων πράξεων επί του εδάφους ενός Συμβαλλόμενου Μέρους.

3. Οι αποφάσεις μπορούν επίσης να έχουν αιτιολογία ότι εις βάρος του αλλοδαπού έχει επιβληθεί το μέτρο της απομακρύνσεως, αποπομπής ή απελάσεως, το οποίο δεν αναβλήθηκε ούτε ανεστάλη και περιέχει ως παρεπόμενη κύρωση την απαγόρευση εισόδου ή διαμονής, στηριζόμενη στη μη τήρηση του εθνικού δικαίου ως προς την είσοδο ή τη διαμονή των αλλοδαπών.



Άρθρο 97

Δεδομένα σχετικά με πρόσωπα που έχουν εξαφανισθεί ή με πρόσωπα, τα οποία χάριν της δικής τους προστασίας ή για την αποτροπή απειλών, κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής ή της αρμόδιας δικαστικής αρχής του καταχωρούντος Μέρους, πρέπει να τεθούν υπό προσωρινή επιτήρηση, καταχωρούνται, προκειμένου οι αστυνομικές αρχές να ανακοινώσουν τον τόπο διαμονής τους στο καταχωρούν Μέρος ή να μπορέσουν να επιτηρήσουν το πρόσωπο με σκοπό να παρακωλύσουν τη συνέχιση του ταξιδιού του, εφόσον το επιτρέπει το εθνικό δίκαιο. Τα ανωτέρω ισχύουν ιδιαιτέρως για τους ανηλίκους και για τα πρόσωπα τα οποία πρέπει να εγκλεισθούν σε ίδρυμα κατόπιν αποφάσεως της αρμόδιας αρχής. Η ανακοίνωση προϋποθέτει τη συναίνεση του προσώπου που έχει εξαφανισθεί, αν αυτό είναι ενήλικο.



Άρθρο 98

1. Δεδομένα σχετικά με μάρτυρες, με πρόσωπα που κλητεύονται προς εμφάνιση ενώπιον των δικαστικών αρχών στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας για πράξεις ως προς τις οποίες έχει ασκηθεί εις βάρος τους ποινική δίωξη, ή με πρόσωπα στα οποία πρέπει να επιδοθεί καταδικαστική απόφαση ή κλήση προς έκτιση ποινής στερητικής της ελευθερίας, καταχωρούνται, κατόπιν αιτήσεως των αρμόδιων δικαστικών αρχών με σκοπό την ανακοίνωση του τόπου διαμονής ή της κατοικίας.

2. Οι πληροφορίες που έχουν ζητηθεί θα ανακοινωθούν στο αιτούν Μέρος, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις ισχύουσες συμβάσεις ως προς τη δικαστική συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις.



Άρθρο 99

1. Δεδομένα σχετικά με πρόσωπα ή με οχήματα καταχωρούνται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του καταχωρούντος Συμβαλλόμενου Μέρους με σκοπό τη διακριτική παρακολούθηση ή τον ειδικό έλεγχο που αναφέρει η παράγραφος 5.

2. Καταχώρηση τέτοιας φύσεως μπορεί να πραγματοποιηθεί για την καταστολή αξιόποινων πράξεων και την αποτροπή απειλών κατά της δημόσιας ασφαλείας, όταν:

α. Υπάρχουν συγκεκριμένες και αποχρώσες ενδείξεις ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο προβαίνει σε προπαρασκευαστικές ενέργειες για την τέλεση περισσότερων ή ιδιαιτέρως σοβαρών αξιόποινων πράξεων ή διαπράττει τέτοιες πράξεις.

β. Από τη συνολική εκτίμηση του ενδιαφερομένου, ειδικότερα βάσει των αξιόποινων πράξεων που αυτός έχει διαπράξει μέχρι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, καθίσταται σφόδρα πιθανή η εκ μέρους του τέλεση ιδιαιτέρως σοβαρών αξιόποινων πράξεων.

3. Επιπρόσθετα, η καταχώρηση μπορεί να πραγματοποιηθεί, εφόσον επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο, κατόπιν αιτήσεως των αρμόδιων οργάνων για την ασφάλεια του Κράτους, όταν υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι οι πληροφορίες, που αναφέρει η παράγραφος 4, είναι αναγκαίες για την αποτροπή σοβαρής απειλής προερχομένης από τον ενδιαφερόμενο ή άλλων σοβαρών απειλών κατά της εσωτερικής ή εξωτερική ασφαλείας του Κράτους. Το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος υποχρεούται προηγουμένως να διαβουλευθεί με τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη.

4. Στο πλαίσιο της διακριτικής παρακολουθήσεως λόγω συνοριακών ελέγχων ή άλλων αστυνομικών και τελωνειακών ερευνών στο εσωτερικό της χώρας, οι ακόλουθες πληροφορίες μπορούν εν όλω ή εν μέρει να συγκεντρωθούν ή διαβιβασθούν στην καταχωρούσα αρχή:

α. Η ανεύρεση του καταχωρηθέντος προσώπου ή του καταχωρηθέντος οχήματος.

β. Ο τόπος, ο χρόνος ή η αιτία του ελέγχου.

γ. Η διαδρομή και ο προορισμός του ταξιδιού.

δ. Οι συνεπιβάτες ή οι κάτοχοι του οχήματος.

ε. Το χρησιμοποιηθέν όχημα.

στ. Τα μεταφερόμενα αντικείμενα.

ζ. Οι περιστάσεις ανευρέσεως του προσώπου ή του οχήματος.

Κατά τη συλλογή των πληροφοριών αυτών πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για τη μη διακινδύνευση του διακριτικού χαρακτήρα της παρακολουθήσεως.

5. Στο πλαίσιο του ειδικού ελέγχου, που μνημονεύει η παράγραφος 1, τα πρόσωπα, τα οχήματα και τα μεταφερόμενα αντικείμενα μπορούν να ερευνηθούν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι σκοποί που αναφέρουν οι παράγραφοι 2 και 3. Αν το δίκαιο ενός Συμβαλλόμενου Μέρους δεν επιτρέπει τον ειδικό έλεγχο, το μέτρο αυτό μετατρέπεται αμέσως για το εν λόγω Συμβαλλόμενο Μέρος σε διακριτική παρακολούθηση.

6. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορεί να σημειώσει στην καταχώρηση του αρχείου του εθνικού του τμήματος του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν ένδειξη που σκοπεύει να απαγορεύσει, μέχρι τη διαγραφή της, την εκτέλεση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν βάσει της καταχωρήσεως για τη διακριτική παρακολούθηση ή τον ειδικό έλεγχο. Η ένδειξη αυτή πρέπει να διαγραφεί το αργότερο είκοσι τέσσερις ώρες μετά την καταχώρηση σε αρχείο εκτός και αν το εν λόγω Συμβαλλόμενο Μέρος αρνείται τα αιτηθέντα μέτρα για νομικούς ή ειδικούς λόγους σκοπιμότητας. Με την επιφύλαξη ενδείξεως ή απορριπτικής αποφάσεως, τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να εκτελέσουν τα ως άνω μέτρα βάσει της καταχωρήσεως.



Άρθρο 100

1. Δεδομένα σχετικά με πράγματα, τα οποία αναζητούνται για κατάσχεση ή να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα σε ποινική διαδικασία, καταχωρούνται στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν.

2. Αν από μία αναζήτηση προκύψει ότι υπάρχει καταχώρηση για ανευρεθέν αντικείμενο, η αρχή που το διαπίστωσε επικοινωνεί με την καταχωρούσα αρχή για να συμφωνήσουν στη λήψη των αναγκαίων μέτρων. Για τον σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως, μπορούν να διαβιβάζονται και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Τα μέτρα που θα ληφθούν από το Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει ανεύρει το αντικείμενο, πρέπει να είναι σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο.

3. Οι ακόλουθες κατηγορίες αντικειμένων καταχωρούνται:

α. Μηχανοκίνητα οχήματα που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή απωλεσθεί με κύλινδρο ανώτερο των 50cc.

β. Ρυμουλκούμενα οχήματα και τροχόσπιτα που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή απωλεσθεί με βάρος, χωρίς φορτίο, ανώτερο των 750 κιλών.

γ. Πυροβόλα όπλα που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή απωλεσθεί.

δ. Ασυμπλήρωτα έγγραφα που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή απωλεσθεί.

ε. Συμπληρωματικά έγγραφα ταυτότητας (διαβατήρια, δελτία ταυτότητας, άδειες οδηγήσεως) που έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή απωλεσθεί.

στ. Τραπεζογραμμάτια (γραμμάτια που έχουν καταγραφεί με αριθμό σειράς).



Άρθρο 101

1. Η πρόσβαση στα δεδομένα που έχουν καταχωρηθεί σε αρχείο του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν με το δικαίωμα της απευθείας αναζητήσεώς τους επιφυλάσσονται αποκλειστικώς στα όργανα που είναι αρμόδια για:

α. Τους διασυνοριακούς ελέγχους.

β. Τις άλλες αστυνομικές και τελωνειακές έρευνες στο εσωτερικό της χώρας καθώς και τον συντονισμό τους.

2. Επιπρόσθετα, η πρόσβαση στα δεδομένα που έχουν καταχωρηθεί σε αρχείο σύμφωνα με το άρθρο 96, με δικαίωμα απευθείας αναζητήσεώς τους, επιτρέπεται στα όργανα που είναι αρμόδια για τη χορήγηση θεωρήσεων, τις κεντρικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εξέταση των αιτήσεων για θεωρήσεις καθώς επίσης στις αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση τίτλων διαμονής και τη ρύθμιση των δικαιωμάτων των αλλοδαπών στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως για την κυκλοφορία των προσώπων. Η πρόσβαση στα δεδομένα ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους.

3. Οι χρήστες πρέπει να αναζητούν μόνο τα δεδομένα που είναι απαραίτητα προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος ανακοινώνει στην Εκτελεστική Επιτροπή τον κατάλογο των αρμόδιων αρχών, οι οποίες δικαιούνται να αναζητούν απευθείας τα δεδομένα που έχουν καταχωρηθεί στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν. Ο κατάλογος αυτός αναφέρει τα δεδομένα τα οποία κάθε αρχή μπορεί να αναζητεί και τους σκοπούς της αναζητήσεως αυτής.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ασφάλεια δεδομένων στο πλαίσιο Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν



Άρθρο 102

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν να χρησιμοποιούν τα δεδομένα που προβλέπονται στα άρθρα 95 ως 100, μόνο για τους αντίστοιχους σκοπούς της κάθε καταχωρήσεως που αναγράφονται σε κάθε μία από τις καταχωρήσεις που προβλέπονται στα άρθρα αυτά.

2. Τα δεδομένα μπορούν να αναπαράγονται μόνο για τεχνικούς σκοπούς και εφ` όσον η αναπαραγωγή αυτή είναι αναγκαία για την απ` ευθείας αναζήτηση από τις αρχές του άρθρου 101. Οι καταχωρήσεις των άλλων Συμβαλλόμενων Μερών δεν μπορούν να αντιγραφούν από το εθνικό τμήμα του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν σε άλλα εθνικά αρχεία δεδομένων.

3. Στο πλαίσιο των καταχωρήσεως που προβλέπονται στα άρθρα 95 ως 100 της παρούσης Συμβάσεως κάθε παρέκκλιση από την παράγραφο 1 για τη μετάβαση από έναν τύπο καταχωρήσεως σε άλλο, πρέπει να αιτιολογείται από την ανάγκη αποτροπής επικείμενης σοβαρής απειλής για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, για σοβαρούς λόγους ασφαλείας του κράτους ή για την πρόληψη σοβαρής αξιόποινης πράξεως. Για τον σκοπό αυτόν πρέπει να ληφθεί προηγουμένως η συναίνεση του καταχωρούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.

4. Τα δεδομένα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διοικητικούς σκοπούς. Κατά παρέκκλιση, τα δεδομένα που έχουν καταχωρηθεί σε αρχείο σύμφωνα με το άρθρο 96 μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους, μόνο για τους σκοπούς που απορρέουν από το άρθρο 101 παράγραφος 2.

5. Κάθε χρήση δεδομένων αντίθετη στις παραγράφους 1 έως 4 θεωρείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους ως παρέκκλιση του επιδιωκόμενου σκοπού.



Άρθρο 103

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μεριμνά ώστε, κατά μέσο όρο, να καταχωρείται στο εθνικό τμήμα του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν κάθε δέκατη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκ μέρους της αρχής που διαχειρίζεται το αρχείο, με σκοπό τον έλεγχο του παραδεκτού της αναζητήσεως. Η καταχώρηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για τον σκοπό αυτόν και διαγράφεται μετά την παρέλευση έξι μηνών.



Άρθρο 104

1. Το εθνικό δίκαιο του καταχωρούντος Συμβαλλόμενου Μέρους εφαρμόζεται στην καταχώρηση, με την επιφύλαξη αυστηρότερων προϋποθέσεων προβλεπομένων από την παρούσα Σύμβαση.

2. Εφόσον η παρούσα Σύμβαση δεν προβλέπει ειδικές διατάξεις, το δίκαιο κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους εφαρμόζεται στα δεδομένα που καταχωρούνται στο εθνικό τμήμα του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν.

3. Εφόσον η παρούσα Σύμβαση δεν προβλέπει ειδικές διατάξεις σχετικά με την εκτέλεση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν και έχουν ζητηθεί με την καταχώρηση, εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, το οποίο προβαίνει στην εκτέλεση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Εφόσον η παρούσα Σύμβαση προβλέπει ειδικές διατάξεις σχετικά με την εκτέλεση των μέτρων που πρέπει να ληφθούν και έχουν ζητηθεί με την καταχώρηση, οι αρμοδιότητες ως προς τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση. Αν τα απαιτούμενα μέτρα που πρέπει να ληφθούν δεν μπορούν να εκτελεσθούν, το Συμβαλλόμενο Μέρος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση ενημερώνει σχετικά χωρίς υπαίτια καθυστέρηση το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μύρος.



Άρθρο 105

Το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος είναι υπεύθυνο για την ακρίβεια, την ενημερότητα, καθώς και τη νομιμότητα της καταχωρήσεως των δεδομένων σε αρχείο στο Σύστημα Πληροφοριών Σύνγκεν.



Άρθρο 106

1. Μόνο το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος επιτρέπεται να τροποποιεί, συμπληρώνει, διορθώνει ή να διαγράφει τα δεδομένα που εισήγαγε.

2. Αν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο δεν έχει προβεί σε καταχώρηση, διαθέτει ενδείξεις ότι δεδομένα που έχουν καταχωρηθεί σε αρχεία περιέχουν νομικό ή πραγματικό σφάλμα, ανακοινώνει το ταχύτερο δυνατόν το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο πρέπει να επαληθεύσει υποχρεωτικά την ανακοίνωση και να διορθώσει, αν είναι αναγκαίο, ή να διαγράψει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τα δεδομένα.

3. Αν τα Συμβαλλόμενα Μέρη δεν μπορούν να καταλήξουν σε συμφωνία, το Συμβαλλόμενο Μέρος που δεν έχει προβεί σε καταχώρηση υποβάλλει τη συγκεκριμένη περίπτωση για γνωμοδότηση στην κοινή αρχή ελέγχου του άρθρου 115, παράγραφος 1.



Άρθρο 107

Όταν ένα πρόσωπο έχει ήδη καταχωρηθεί στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν το Συμβαλλόμενο Μέρος που εισάγει νέα καταχώρηση συνεννοείται με το Συμβαλλόμενο Μέρος που εισήγαγε την αρχική καταχώρηση για την ένταξη σε αρχεία δεδομένων. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μπορούν προς τον σκοπό αυτόν να καθιερώσουν επίσης γενικές διατάξεις.



Άρθρο 108

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος ορίζει μία αρχή η οποία ως κεντρική είναι αρμόδια για το εθνικό τμήμα του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος πραγματοποιεί τις καταχωρήσεις του μέσω αυτής της αρχής.

3. Η εν λόγω αρχή είναι υπεύθυνη για την ορθή λειτουργία του εθνικού τμήματος του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν και λαμβάνει τα απαιτούμενα μέτρα για την τήρηση των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως.

4. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενημερώνονται μεταξύ τους μέσω του θεματοφύλακα της αρχής της παραγράφου 1.



Άρθρο 109

1. Το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στα δεδομένα που το αφορούν και τα οποία είναι καταχωρημένα σε αρχείο στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν ασκείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους, στην επικράτεια του οποίου αυτός ασκεί το δικαίωμα προσβάσεως. Εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, η εθνική αρχή ελέγχου του άρθρου 114, παράγραφος 1, αποφασίζει αν και με ποια διαδικασία ανακοινώνονται οι πληροφορίες. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος το οποίο δεν έχει προβεί σε καταχώρηση, μπορεί να ανακοινώσει πληροφορίες σχετικές με αυτά τα δεδομένα μόνον αν παρέσχε προηγουμένως στο καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος τη δυνατότητα να διατυπώσει τη θέση του.

2. Η ανακοίνωση πληροφοριών προς τον ενδιαφερόμενο απορρίπτεται αν είναι ικανή να βλάψει την εκτέλεση του νόμιμου έργου σε συνάρτηση με την καταχώρηση ή για λόγους προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων. Απορρίπτεται σε κάθε περίπτωση κατά τη διάρκεια της περιόδου καταχωρήσεως με σκοπό τη διακριτική παρακολούθηση.



Άρθρο 110

Κάθε πρόσωπο μπορεί να επιτύχει τη διόρθωση ή τη διαγραφή δεδομένων που το αφορούν και περιέχουν πραγματικό ή νομικό σφάλμα.



Άρθρο 111

1. Κάθε πρόσωπο δικαιούται στην επικράτεια κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους λόγω καταχωρήσεως, η οποία τον αφορά, να εγείρει αγωγή ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή της αρμόδιας αρχής βάσει του εθνικού δικαίου, ιδίως για διόρθωση, διαγραφή, παροχή πληροφοριών ή αποζημίωση.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 116, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση μεταξύ τους να εκτελέσουν τις οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων ή των αρχών της παραγράφου 1.



Άρθρο 112

1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν καταχωρηθεί στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν για την αναζήτηση προσώπων, διατηρούνται μόνον όσο χρονικό διάστημα είναι απαραίτητο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Το αργότερο τρία χρόνια μετά την καταχώρησή τους σε αρχείο η αναγκαιότητα διατηρήσεώς τους πρέπει να εξετάζεται από το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος. Για τις καταχωρήσεις του άρθρου 99 η προθεσμία αυτή διαρκεί ένα έτος.

2. Κάθε καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος ορίζει, αν συντρέχει περίπτωση, βραχύτερες προθεσμίες εξετάσεως, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο.

3. Η τεχνική υπηρεσία υποστηρίξεως του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν ανακοινώνει αυτομάτως στο καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος, με προειδοποίηση ενός μηνός, τη διαγραφή που έχει προγραμματισθεί στο σύστημα.

4. Το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, εντός της προθεσμίας εξετάσεως, να αποφασίσει την περαιτέρω διατήρηση της καταχωρήσεως, αν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον σκοπό στον οποίο βασίζεται η καταχώρηση. Η παράταση της καταχωρήσεως πρέπει να ανακοινώνεται στην τεχνική υπηρεσία υποστηρίξεως. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται στην παραταθείσα καταχώρηση.



Άρθρο 113

1. Δεδομένα άλλα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 112 διατηρούνται κατ` ανώτατο όριο για δέκα έτη, δεδομένα σχετικά με εκδοθέντα έγγραφα ταυτότητας και τραπεζογραμμάτια που έχουν καταγραφεί με αριθμό σειράς κατ` ανώτατο όριο για πέντε έτη και τα σχετικά με αυτοκίνητα, ρυμουλκούμενα και τροχόσπιτα κατ` ανώτατο όριο για τρία έτη.

2. Τα δεδομένα που διαγράφονται διατηρούνται επιπλέον για ένα έτος στην τεχνική υπηρεσία υποστηρίξεως. Κατά την περίοδο αυτή, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για να ελεγχθεί εκ των υστέρων η ακρίβεια ή η νομιμότητα της καταχωρήσεώς τους σε αρχείο. Στη συνέχεια, πρέπει να καταστραφούν.



Άρθρο 114

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος ορίζει αρχή ελέγχου, η οποία είναι αρμόδια, σύμφωνα με το αντίστοιχο εθνικό δίκαιο να ασκεί ανεξάρτητο έλεγχο του αρχείου του εθνικού τμήματος του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν και να διερευνά αν από την επεξεργασία και τη χρήση των δεδομένων που έχουν καταχωρηθεί στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα του ενδιαφερόμενου προσώπου. Για τον λόγο αυτόν, η αρχή ελέγχου έχει δικαίωμα προσβάσεως στο αρχείο του εθνικού τμήματος του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν.

2. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να ζητήσει από τις αρχές ελέγχου να διερευνήσουν τα δεδομένα που το αφορούν και έχουν καταχωρηθεί στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν καθώς και τη χρήση τους. Το δικαίωμα αυτό ασκείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση. Αν τα δεδομένα έχουν εισαχθεί από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, ο έλεγχος πραγματοποιείται σε στενή συνεργασία με την αρχή ελέγχου του τελευταίου.



Άρθρο 115

1. Για τον έλεγχο της τεχνικής υπηρεσίας υποστηρίξεως του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δημιουργείται κοινή αρχή ελέγχου, η οποία συγκροτείται από δύο εκπροσώπους κάθε εθνικής αρχής ελέγχου. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος κατά τις διαβουλεύσεις διαθέτει μία ψήφο. Ο έλεγχος ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως, της Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981 για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, λαμβάνοντας υπόψη τη Σύσταση R (87) 15 της 17ης Σεπτεμβρίου 1987 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης ως προς τη χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους, το οποίο είναι υπεύθυνο για την τεχνική υπηρεσία υποστηρίξεως.

2. Ως προς την τεχνική υπηρεσία υποστηρίξεως του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν η κοινή αρχή ελέγχου έχει αποστολή να διερευνήσει την ορθή εφαρμογή των δεδομένων της παρούσης Συμβάσεως. Για τον σκοπό αυτόν, έχει δικαίωμα προσβάσεως στην τεχνική υπηρεσία υποστηρίξεως.

3. Η κοινή αρχή ελέγχου είναι ακόμη αρμόδια για τη διερεύνηση των ζητημάτων εφαρμογής ή ερμηνείας που μπορούν να τεθούν κατά τη λειτουργία του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν, τη μελέτη των προβλημάτων που μπορούν να ανακύψουν κατά τον επιχειρούμενο ανεξάρτητο έλεγχο από τις εθνικές αρχές ελέγχου των Συμβαλλόμενων Μερών ή την άσκηση του δικαιώματος προσβάσεως στο σύστημα καθώς επίσης για την επεξεργασία ομοιόμορφων προτάσεων, ώστε να εξευρεθούν κοινές λύσεις στα υφιστάμενα προβλήματα.

4. Οι εκθέσεις της κοινής αρχής ελέγχου διαβιβάζονται στις αρχές προς τις οποίες οι εθνικές αρχές διαβιβάζουν τις εκθέσεις τους.



Άρθρο 116

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος είναι υπεύθυνο, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, για κάθε ζημία που προξενείται εις βάρος προσώπου από τη λειτουργία του εθνικού αρχείου του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν. Παρομοίως ισχύει, όταν η ζημία προξενήθηκε από το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος, επειδή το τελευταίο καταχώρησε δεδομένα που περιέχουν νομικό ή πραγματικό σφάλμα.

2. Αν το Συμβαλλόμενο Μέρος κατά του οποίου έχει εγερθεί αγωγή δεν είναι το καταχωρούν Συμβαλλόμενο Μέρος, το τελευταίο, κατόπιν αιτήσεως, υποχρεούται να αποδώσει όσα έχουν καταβληθεί ως αποζημίωση, εκτός αν τα δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν από το Συμβαλλόμενο Μέρος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση κατά παράβαση της παρούσης Συμβάσεως.



Άρθρο 117

1. Ως προς την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο εφαρμογής του Τίτλου αυτού κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος το αργότερο μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσης Συμβάσεως θεσπίζει τις αναγκαίες διατάξεις για την επίτευξη επιπέδου προστασίας, το οποίο είναι αντίστοιχο εκείνου που απορρέει από τις αρχές της Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981 για την προστασία των ατόμων από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, λαμβάνοντας υπόψη τη Σύσταση R (87) 15 της 17ης Σεπτεμβρίου 1987 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με τη χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα.

2. Η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπει ο ανωτέρω Τίτλος μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον, όταν οι διατάξεις προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της παραγράφου 1 τεθούν σε ισχύ στην επικράτεια των Συμβαλλόμενων Μερών που σχετίζονται με την εν λόγω διαβίβαση.



Άρθρο 118

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση στο εθνικό του τμήμα του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν να λάβει μέτρα, τα οποία είναι πρόσφορα να:

α. Αποτρέψουν κάθε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να εισέλθει στις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος εισόδου).

β. Παρακωλύσουν την ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή απομάκρυνση των βάσεων δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο (έλεγχος των βάσεων δεδομένων).

γ. Εμποδίσουν τη μη εξουσιοδοτημένη καταχώρηση σε αρχείο καθώς επίσης και κάθε μη εξουσιοδοτημένη γνωστοποίηση, τροποποίηση ή διαγραφή καταχωρημένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος καταχωρήσεως σε αρχείο).

δ. Καταστήσουν αδύνατη τη χρήση των συστημάτων αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα με την αρωγή εγκαταστάσεων διαβιβάσεως δεδομένων (έλεγχος χρήσεως).

ε. Διασφαλίσουν στα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα, ως προς τη χρήση ενός συστήματος αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων, τη δυνατότητα προσβάσεως μόνο στα δεδομένα που ανάγονται στην αρμοδιότητά τους (έλεγχος προσβάσεως).

στ. Διασφαλίσουν τη δυνατότητα διερευνήσεως και διαπιστώσεως των αρχών εκείνων, στις οποίες δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαβιβασθούν μέσω εγκαταστάσεων διαβιβάσεως δεδομένων (έλεγχος διαβιβάσεως).

ζ. Διασφαλίζουν τη δυνατότητα διερευνήσεως και διαπιστώσεως εκ των υστέρων του είδους των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που έχουν εισαχθεί στο σύστημα αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων, του χρόνου και του προσώπου που τα εισήγαγε (έλεγχος εισαγωγής).

η. Εμποδίσουν τη δυνατότητα αναγνώσεως, αντιγραφής, τροποποιήσεως ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς εξουσιοδότηση κατά τη διαβίβασή του καθώς και κατά τη μεταφορά των βάσεων δεδομένων (έλεγχος μεταφοράς).

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος πρέπει να λάβει ιδιαίτερα μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και τη διαβίβασή τους σε αρχές εκτός της επικρατείας των Συμβαλλόμενων Μερών. Τα μέτρα αυτά πρέπει να ανακοινωθούν στην κοινή αρχή ελέγχου.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διορίζει για την επεξεργασία δεδομένων του εθνικού του τμήματος του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν ειδικώς εκπαιδευμένα πρόσωπα, τα οποία επιπλέον έχουν υποβληθεί σε έλεγχο ασφαλείας.

4. Για την τεχνική υπηρεσία υποστηρίξεως του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν το αρμόδιο Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα σχετικά μέτρα των παραγράφων 1 έως 3.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Κατανομή των εξόδων του Συστήματος Πληροφοριών Σύνγκεν



Άρθρο 119

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη φέρουν από κοινού τα έξοδα εγκαταστάσεως και χρήσεως της τεχνικής υπηρεσίας υποστηρίξεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων εγκαταστάσεως γραμμών για τη σύνδεση των εθνικών τμημάτων του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν με την τεχνική υπηρεσία υποστηρίξεως. Το μερίδιο που αναλογεί σε κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος καθορίζεται βάσει του ποσοστού συμμετοχής κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους στην κοινή βάση του φόρου προστιθέμενης αξίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, περίπτωση γ της αποφάσεως του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24ης Ιουνίου 1988 σχετικά με το σύστημα ιδίων πόρων των Κοινοτήτων.

2. Τα έξοδα εγκαταστάσεως και χρήσεως του εθνικού τμήματος του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν φέρει ατομικώς κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος.

ΤΙΤΛΟΣ V

Μεταφορά και κυκλοφορία των εμπορευμάτων



Άρθρο 120

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη μεριμνούν από κοινού ώστε οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τους να μην εμποδίζουν, χωρίς αιτιολογία, την κυκλοφορία των εμπορευμάτων στα εσωτερικά σύνορα.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη διευκολύνουν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων στα εσωτερικά σύνορα, πραγματοποιώντας τις διατυπώσεις που συνδέονται με απαγορεύσεις και περιορισμούς κατά τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων για την θέση τους στην κατανάλωση. Ο εκτελωνισμός αυτός μπορεί, κατ` επιλογή του ενδιαφερομένου, να πραγματοποιείται είτε στο εσωτερικό της χώρας είτε στα εσωτερικά σύνορα. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη επιχειρούν την προώθηση του εκτελωνισμού στο εσωτερικό της χώρας.

3. Εφόσον οι ελαφρύνσεις στην παράγραφο 2 δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν εν όλω ή εν μέρει σε ορισμένους τομείς, τα Συμβαλλόμενα Μέρη επιχειρούν να υλοποιήσουν τις προϋποθέσεις αυτές μεταξύ τους ή στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται ιδίως στον έλεγχο της τηρήσεως των ρυθμίσεων ως προς τις άδειες μεταφοράς και τεχνικών ελέγχων των μεταφορικών μέσων, τους υγειονομικούς κτηνιατρικούς ελέγχους, τους φυτοϋγειονομικούς ελέγχους καθώς επίσης και τους ελέγχους σχετικά με τη μεταφορά επικίνδυνων εμπορευμάτων και αποβλήτων.

4. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη επιχειρούν να εναρμονίσουν τις διατυπώσεις σχετικά με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων στα εξωτερικά σύνορα και να ελέγχουν την τήρησή τους σύμφωνα με ομοιόμορφες αρχές. Για τον σκοπό αυτόν τα Συμβαλλόμενα Μέρη συνεργάζονται στενώς στην Εκτελεστική Επιτροπή, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς.



Άρθρο 121

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παραιτούνται, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, από τους ελέγχους και την υποβολή φυτοϋγειονομικών πιστοποιητικών που προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο για ορισμένα φυτά και φυτικά προϊόντα.

Η Εκτελεστική Επιτροπή καταρτίζει τον κατάλογο των φυτών και των φυτικών προϊόντων στα οποία εφαρμόζεται η προβλεπόμενη στο πρώτο εδάφιο απλοποίηση. Μπορεί να τροποποιεί τον κατάλογο αυτόν και να καθορίζει την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της τροποποιήσεως. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενημερώνονται αμοιβαίως για τα λαμβανόμενα μέτρα.

2. Σε περίπτωση κινδύνου εισαγωγής ή εξαπλώσεως βλαβερών οργανισμών, ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει την προσωρινή επαναφορά των μέτρων ελέγχου που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο και να τα εφαρμόσει. Ειδοποιεί αμέσως τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη εγγράφως, αιτιολογώντας την απόφασή του.

3. Το φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιείται ως πιστοποιητικό απαιτούμενο δυνάμει του νόμου περί προστασίας των ειδών.

4. Κατόπιν αιτήσεως, η αρμόδια αρχή χορηγεί φυτοϋγειονομικό πιστοποιητικό όταν η αποστολή προορίζεται εν όλω ή εν μέρει προς επανεξαγωγή και τούτο στο μέτρο που τηρούνται οι φυτοϋγειονομικές απαιτήσεις για τα οικεία φυτικά προϊόντα.



Άρθρο 122

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενισχύουν τη συνεργασία τους προκειμένου να επιτύχουν την ασφάλεια της μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εναρμονίσουν τις εθνικές διατάξεις που έχουν εισαχθεί για την εφαρμογή των ισχυουσών διεθνών συμβάσεων. Επιπλέον, αναλαμβάνουν την υποχρέωση ιδίως να διατηρήσουν το σημερινό επίπεδο ασφαλείας με:

α. Εναρμόνιση των απαιτήσεων σε θέματα επαγγελματικών προσόντων των οδηγών.

β. Εναρμόνιση της διαδικασίας και της συχνότητας των πραγματοποιούμενων ελέγχων κατά τη μεταφορά και εντός των επιχειρήσεων.

γ. Εναρμόνιση του χαρακτηρισμού των αξιόποινων πράξεων και των νομικών διατάξεων των σχετικών με τις εφαρμοστέες κυρώσεις.

δ. Διασφάλιση διαρκούς ανταλλαγής πληροφοριών και εμπειριών σε σχέση με τα ληφθέντα μέτρα και τους πραγματοποιούμενους ελέγχους.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενισχύουν τη συνεργασία τους προκειμένου να πραγματοποιήσουν τους ελέγχους κατά τη μεταφορά των επικίνδυνων και μη αποβλήτων μέσω των εσωτερικών συνόρων.

Για τον λόγο αυτόν επιχειρούν να υιοθετήσουν κοινή θέση, ως προς την τροποποίηση των κοινοτικών οδηγιών σχετικά με τον έλεγχο και τη διαχείριση της μεταφοράς επικίνδυνων αποβλήτων και για τη θέσπιση κοινοτικών πράξεων σχετικά με τα μη επικίνδυνα απόβλητα, προκειμένου να δημιουργηθεί μία επαρκής υποδομή αποκομιδής και να καθορισθούν υψηλού επιπέδου εναρμονισμένα πρότυπα αποκομιδής των αποβλήτων.

Εν αναμονή κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με τα μη επικίνδυνα απόβλητα, οι έλεγχοι μεταφοράς αυτών των αποβλήτων πραγματοποιούνται βάσει ειδικής διαδικασίας, η οποία επιτρέπει τον έλεγχο της μεταφοράς στον τόπο προορισμού κατά την επεξεργασία.

Οι διατάξεις της παραγράφου 1, εδάφιο 2 εφαρμόζονται στην παρούσα παράγραφο.



Άρθρο 123

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προβαίνουν σε διαβουλεύσεις με σκοπό να καταργήσουν στις σχέσεις μεταξύ τους την υποχρέωση καταθέσεως αδείας, που ισχύει επί του παρόντος, για την εξαγωγή στρατηγικών βιομηχανικών προϊόντων και τεχνολογιών, αν δε παραστεί ανάγκη, να αντικαταστήσουν την εν λόγω άδεια με μία ελαστική διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα του πρώτου και του τελικού προορισμού είναι Συμβαλλόμενο Μέρος.

Υπό την επιφύλαξη των διαβουλεύσεων αυτών και προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα των αναγκαίων ελέγχων, τα Συμβαλλόμενα Μέρη επιχειρούν, συνεργαζόμενα στενώς μέσω ενός συντονιστικού μηχανισμού, να ανταλλάσσουν πληροφορίες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

2. Ως προς τα άλλα προϊόντα εκτός των στρατηγικών βιομηχανικών αγαθών και τεχνολογιών της παραγράφου 1, τα Συμβαλλόμενα Μέρη επιχειρούν, αφενός να διεκπεραιώνονται οι διατυπώσεις εξαγωγής στο εσωτερικό της χώρας, αφετέρου να εναρμονίσουν τις διαδικασίες ελέγχου τους.

3. Στο πλαίσιο των σκοπών των παραγράφων 1 και 2, τα Συμβαλλόμενα Μέρη προβαίνουν σε διαβουλεύσεις με τους άλλους ενδιαφερόμενους εταίρους.



Άρθρο 124

Ο αριθμός και η συχνότητα των ελέγχων των μεταφερόμενων εμπορευμάτων κατά την κυκλοφορία των ταξιδιωτών στα εσωτερικά σύνορα μειώνονται στο κατώτερο δυνατό επίπεδο. Η συνέχιση της μειώσεώς τους και η οριστική κατάργησή τους εξαρτώνται από τη σταδιακή ανατίμηση των ταξιδιωτικών αφορολόγητων ορίων και τη μελλοντική εξέλιξη των ρυθμίσεων που ισχύουν στη διασυνοριακή κυκλοφορία των ταξιδιωτών.



Άρθρο 125

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη καταρτίζουν συμφωνίες για την απόσπαση υπαλλήλων συνδέσμων των τελωνειακών υπηρεσιών τους.

2. Η απόσπαση υπαλλήλων - συνδέσμων αποσκοπεί στην προώθηση και επιτάχυνση της εν γένει συνεργασίας μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών, ιδίως στο πλαίσιο των ισχυουσών Συμβάσεων και των κοινοτικών πράξεων για την αμοιβαία συνδρομή.

3. Οι υπάλληλοι - σύνδεσμοι ασκούν καθήκοντα συμβουλευτικού χαρακτήρα και συνδρομής. Δεν εξουσιοδοτούνται εξ ιδίας πρωτοβουλίας να λαμβάνουν τελωνειακά μέτρα. Παρέχουν πληροφορίες και εκπληρώνουν καθήκοντα στο πλαίσιο οδηγιών που τους δίδονται από το Συμβαλλόμενο Μέρος προελεύσεως.



ΤΙΤΛΟΣ VI

Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα



Άρθρο 126

1. Ως προς την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία διαβιβάζονται κατ` εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει, το αργότερο μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσης Συμβάσεως, την αναγκαία εθνική νομοθεσία, ώστε να εξασφαλίσει ένα επίπεδο προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο θα είναι τουλάχιστον αντίστοιχο με εκείνο που απορρέει από τις αρχές της συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981 για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2. Η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπει η παρούσα Σύμβαση δεν μπορεί να αρχίσει, παρά μόνον όταν οι διατάξεις για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 τεθούν σε ισχύ στην επικράτεια των Συμβαλλόμενων Μερών, τα οποία αφορά η διαβίβαση.

3. Σε σχέση με την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία διαβιβάζονται κατ` εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως, εφαρμόζονται επίσης οι εξής διατάξεις:

α. Τα δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το Συμβαλλόμενο Μέρος που είναι ο αποδέκτης τους μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους η παρούσα Σύμβαση προβλέπει τη διαβίβαση τέτοιων δεδομένων. Η χρησιμοποίηση δεδομένων για άλλους σκοπούς είναι δυνατή μόνον κατόπιν προηγούμενης αδείας του Συμβαλλόμενου Μέρους που διαβιβάζει τα δεδομένα και σύμφωνα με το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους που είναι αποδέκτης τους. Η άδεια μπορεί να χορηγηθεί, εφόσον το εθνικό δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους που διαβιβάζει τα δεδομένα το επιτρέπει.

β. Τα δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνον από τις δικαστικές αρχές, τις υπηρεσίες και τις αρχές που ασκούν καθήκοντα ή εκπληρούν λειτούργημα στο πλαίσιο των σκοπών που αναφέρονται στην περίπτωση α.

γ. Το Συμβαλλόμενο Μέρος που διαβιβάζει τα δεδομένα υποχρεούται να μεριμνά για την ακρίβειά τους. Αν διαπιστώσει, είτε εξ ιδίας πρωτοβουλίας είτε κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου προσώπου, ότι έχουν διαβιβασθεί δεδομένα ανακριβή ή δεδομένα που δεν έπρεπε να διαβιβασθούν, το ή τα Συμβαλλόμενα Μέρη που είναι αποδέκτες πρέπει να ενημερωθούν σχετικά χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Το τελευταίο αυτό ή τα τελευταία αυτά Μέρη υποχρεούνται να προβούν στη διόρθωση ή την καταστροφή των δεδομένων ή να αναφέρουν ότι αυτά τα δεδομένα είναι ανακριβή ή ότι δεν έπρεπε να διαβιβασθούν.

ε. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να επικαλεσθεί το γεγονός ότι ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος διαβίβασε ανακριβή δεδομένα, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη που το βαρύνει, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, έναντι του ζημιωθέντος. Αν το Συμβαλλόμενο Μέρος αποδέκτης υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε λόγω χρησιμοποιήσεως των διαβιβασθέντων ανακριβών δεδομένων, το Συμβαλλόμενο Μέρος το οποίο διαβίβασε τα δεδομένα, αποδίδει στο ακέραιο τα ποσά που κατέβαλε για αποκατάσταση της ζημίας το Συμβαλλόμενο Μέρος αποδέκτης.

ε. Η διαβίβαση και η λήψη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να καταχωρούνται στο αρχείο από το οποίο προέρχονται και στο αρχείο στο οποίο τηρούνται.

στ. Η κοινή αρχή ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 115 μπορεί, κατόπιν αιτήσεως ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη, να γνωμοδοτήσει επί των δυσχερειών εφαρμογής και ερμηνείας του παρόντος άρθρου.

4. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στη διαβίβαση δεδομένων που προβλέπει ο Τίτλος ΙΙ, Κεφάλαιο 7 και ο Τίτλος IV. Η παράγραφος 3 δεν εφαρμόζεται στη διαβίβαση δεδομένων που προβλέπει ο Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαια 2, 3, 4 και 5.



Άρθρο 127

1. Όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος κατ` εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως, οι διατάξεις του άρθρου 126 εφαρμόζονται στη διαβίβαση δεδομένων που προέρχονται από ένα μη αυτοματοποιημένο αρχείο και στην καταχώρησή τους σ` ένα μη αυτοματοποιημένο αρχείο.

2. Όταν, σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που ρυθμίζονται από το άρθρο 126 παράγραφος 1 ή από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, διαβιβάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, κατ` εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως, εφαρμόζεται το άρθρο 126, παράγραφος 3, πλην της περιπτώσεως ε. Επιπλέον εφαρμόζονται και οι ακόλουθες διατάξεις:

α. Η διαβίβαση και η λήψη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καταχωρούνται εγγράφως. Η υποχρέωση αυτή προς καταχώρηση των δεδομένων δεν ισχύει όταν δεν είναι αναγκαίο για τη χρησιμοποίησή τους, ιδίως επειδή τα δεδομένα δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

β. Η χρήση των δεδομένων που διαβιβάζονται απολαμβάνει, στην επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους που είναι αποδέκτης, προστασίας τουλάχιστον αντίστοιχης με εκείνη, η οποία σύμφωνα με το δίκαιο του Συμβαλλόμενου αυτού Μέρους ισχύει για τη χρήση δεδομένων παρόμοιας φύσεως.

γ. Το δικαίωμα προσβάσεως στα δεδομένα και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτό χορηγείται, ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους, στο οποίο το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποβάλλει την αίτησή του.

3. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στη διαβίβαση δεδομένων που προβλέπει ο Τίτλος ΙΙ, Κεφάλαιο 7, ο Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαια 2, 3, 4 και 5 και ο Τίτλος IV.



Άρθρο 128

1. Η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπει η παρούσα Σύμβαση μπορεί να αρχίσει μόνον όταν τα Συμβαλλόμενα Μέρη που σχετίζονται με τη διαβίβαση, έχουν ορίσει μία εθνική αρχή ελέγχου αρμόδια να ασκεί ανεξάρτητο έλεγχο για την τήρηση των διατάξεων των άρθρων 126 και 127 και των διατάξεων που θεσπίζουν για την εφαρμογή τους, ως προς την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αρχεία.

2. Εφόσον ένα Συμβαλλόμενο Μέρος έχει ορίσει, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, αρχή ελέγχου αρμόδια να ασκεί, σε έναν ή περισσότερους τομείς, ανεξάρτητο έλεγχο για την τήρηση των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία δεν είναι καταχωρημένα σε ένα αρχείο, το Συμβαλλόμενο Μέρος αναθέτει στην ίδια αυτή αρχή να εποπτεύει την τήρηση των διατάξεων του παρόντος Τίτλου στους εν λόγω τομείς.

3. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στη διαβίβαση δεδομένων που προβλέπει ο Τίτλος ΙΙ, Κεφάλαιο 7 και ο Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαιο 2, 3, 4 και 5.



Άρθρο 129

Ως προς τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ` εφαρμογήν του Τίτλου ΙΙΙ, Κεφάλαιο 1, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 126 και 127, να εξασφαλίσουν ένα επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις αρχές της Συστάσεως R (87) 15 της 17ης Σεπτεμβρίου 1987 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης περί της χρήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον αστυνομικό τομέα. Επιπλέον, ως προς τη διαβίβαση, κατ` εφαρμογήν του άρθρου 46, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:

α. Τα δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το Συμβαλλόμενο Μέρος - αποδέκτη μόνο για τους σκοπούς που υπέδειξε το Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο τα διαβίβασε και σύμφωνα με τους όρους που έθεσε το Συμβαλλόμενο αυτό Μέρος.

β. Τα δεδομένα μπορούν να διαβιβασθούν μόνο στις αστυνομικές υπηρεσίες και αρχές. Η διαβίβαση των δεδομένων σε άλλες υπηρεσίες μπορεί να γίνει μόνον κατόπιν προηγούμενης αδείας του Συμβαλλόμενου Μέρους που τα διαβιβάζει.

γ. Κατόπιν αιτήσεως, το Συμβαλλόμενο Μέρος - αποδέκτης πληροφορεί το Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο διαβιβάζει τα δεδομένα, για τη χρήση που έγινε και για τα αποτελέσματα, τα οποία επήλθαν με βάση τα διαβιβασθέντα δεδομένα.



Άρθρο 130

Αν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται μέσω ενός υπαλλήλου - συνδέσμου που προβλέπει το άρθρο 47 ή το άρθρο 125, οι διατάξεις του παρόντος Τίτλου εφαρμόζονται, μόνον όταν ο ανωτέρω υπάλληλος - σύνδεσμος διαβιβάζει τα δεδομένα αυτά στο Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο τον απέσπασε στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μύρους.



ΤΙΤΛΟΣ VII

Εκτελεστική Επιτροπή



Άρθρο 131

1. Συγκροτείται Εκτελεστική Επιτροπή για την εφαρμογή της παρούσης Συμβάσεως.

2. Με την επιφύλαξη των ειδικών αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται από την παρούσα Σύμβαση, η Εκτελεστική Επιτροπή έχει ως γενική αποστολή να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της παρούσης Συμβάσεως.



Άρθρο 132

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διαθέτει μία έδρα στην Εκτελεστική Επιτροπή. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη εκπροσωπούνται στην Επιτροπή από Υπουργό, αρμόδιο για την εκτέλεση της παρούσης Συμβάσεως. Ο Υπουργός μπορεί να επικουρείται από τους απαραίτητους εμπειρογνώμονες, οι οποίοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις συνεδριάσεις.

2. Η Εκτελεστική Επιτροπή αποφασίζει με ομοφωνία. Ρυθμίζει τον τρόπο λειτουργίας της και προς τον σκοπό αυτόν μπορεί να προβλέψει γραπτή διαδικασία για τη λήψη αποφάσεων.

3. Κατόπιν αιτήσεως του εκπροσώπου ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, η οριστική απόφαση σχετικά με σχέδιο αποφάσεως για το οποίο έχει αποφασίσει η Εκτελεστική Επιτροπή μπορεί να αναβληθεί για δύο μήνες κατ` ανώτατο όριο μετά την υποβολή του σχεδίου αυτού.

4. Ενόψει της προετοιμασίας των αποφάσεων ή άλλων εργασιών, η Εκτελεστική Επιτροπή μπορεί να συγκροτήσει ομάδες εργασίες που απαρτίζονται από εκπροσώπους των υπηρεσιών των Συμβαλλόμενων Μερών.



Άρθρο 133

Η Εκτελεστική Επιτροπή συνέρχεται εναλλακτικώς στην επικράτεια κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους. Συνέρχεται τόσο συχνά όσο είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της.



ΤΙΤΛΟΣ VIII

Τελικές διατάξεις



Άρθρο 134

Οι διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως εφαρμόζονται, εφόσον είναι σύμφωνες με το κοινοτικό δίκαιο.



Άρθρο 135

Οι διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως εφαρμόζονται, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της Συμβάσεως της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967.



Άρθρο 136

1. Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο σκοπεύει να διεξάγει διαπραγματεύσεις με τρίτη χώρα για τους συνοριακούς ελέγχους, ενημερώνει εγκαίρως τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη δεν συνάπτουν με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες συμφωνία που επιφέρει απλοποίηση ή κατάργηση των ελέγχων στα σύνορα, χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των άλλων Συμβαλλόμενων Μερών, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να συνάπτουν από κοινού τέτοιες συμφωνίες.

3. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εφαρμόζονται στις συμφωνίες που αφορούν τη μικρή διασυνοριακή κυκλοφορία, εφόσον οι συμφωνίες αυτές τηρούν τις εξαιρέσεις και τους όρους που έχουν καθορισθεί δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1.



Άρθρο 137

Δεν επιτρέπονται στην παρούσα Σύμβαση επιφυλάξεις, με την εξαίρεση αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 60.



Άρθρο 138

Ως προς τη Γαλλική Δημοκρατία, οι διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως εφαρμόζονται μόνο στο Ευρωπαϊκό έδαφός της.

Ως προς το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, οι διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως εφαρμόζονται μόνο στο έδαφός του το οποίο βρίσκεται στην Ευρώπη.



Άρθρο 139

1. Η παρούσα Σύμβαση υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Τα έγγραφα επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής κατατίθενται στην κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία γνωστοποιεί την κατάθεση αυτή σε όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη.

2. Η παρούσα Σύμβαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μηνός που ακολουθεί την κατάθεση του τελευταίου εγγράφου επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής. Οι σχετικές διατάξεις με τη συγκρότηση, τις δραστηριότητες και τις αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Επιτροπής, εφαρμόζονται με την έναρξη ισχύος της παρούσης Συμβάσεως. Οι άλλες διατάξεις εφαρμόζονται από την πρώτη ημέρα του τρίτου μηνός που ακολουθεί την έναρξη ισχύος της παρούσης Συμβάσεως.

3. Η κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου γνωστοποιεί προς όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος.



Άρθρο 140

1. Κάθε κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορεί να γίνει Συμβαλλόμενο Μέρος της παρούσης Συμβάσεως. Η προσχώρηση αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του κράτους αυτού και των Συμβαλλόμενων Μερών.

2. Η συμφωνία αυτή υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή από το κράτος που προσχωρεί και από κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος. Αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μηνός που ακολουθεί την κατάθεση του τελευταίου εγγράφου επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής.



Άρθρο 141

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να καταθέσει στον θεματοφύλακα πρόταση τροποποιήσεως της παρούσης Συμβάσεως. Ο θεματοφύλακας διαβιβάζει την πρόταση αυτή στα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη. Κατόπιν αιτήσεως ενός Συμβαλλόμενου Μέρους, τα Συμβαλλόμενα Μέρη επανεξετάζουν τις διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως αν, κατά τη γνώμη τους, έλαβε χώρα μία αλλαγή θεμελιώδους φύσεως των υφιστάμενων όρων κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος της παρούσης Συμβάσεως.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αποφασίζουν από κοινού τις τροποποιήσεις της παρούσης Συμβάσεως.

3. Οι τροποποιήσεις αρχίζουν να ισχύουν την πρώτη ημέρα του δευτέρου μηνός που ακολουθεί την κατάθεση του τελευταίου εγγράφου επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής.



Άρθρο 142

1. Όταν συνάπτονται συμβάσεις μεταξύ των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την πραγματοποίηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνούν για τους όρους υπό τους οποίους οι διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως αντικαθίστανται ή τροποποιούνται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες διατάξεις των εν λόγω συμβάσεων.

Για τον σκοπό αυτόν τα Συμβαλλόμενα Μέρη λαμβάνουν υπόψη ότι οι διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως μπορούν να προβλέπουν συνεργασία στενότερη από αυτήν που προκύπτει από τις διατάξεις των εν λόγω συμβάσεων.

Διατάξεις που είναι αντίθετες προς τις συμφωνηθείσες μεταξύ των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσαρμόζονται σε κάθε περίπτωση.

2. Οι τροποποιήσεις της παρούσης Συμβάσεως που κρίνονται αναγκαίες από τα Συμβαλλόμενα Μέρη υπόκεινται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Η διάταξη του άρθρου 141, παράγραφος 3 εφαρμόζεται με την προϋπόθεση ότι οι τροποποιήσεις δεν θα αρχίσουν να ισχύουν πριν την έναρξη ισχύος των εν λόγω συμβάσεων μεταξύ των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογεγραμμένοι πληρεξούσιοι υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση.

Έγινε στο Σένγκεν, στις δεκαεννέα Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, σε ένα μόνο αντίτυπο, στη γερμανική, γαλλική και ολλανδική γλώσσα, τα δε τρία κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. Η Σύμβαση θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει κεκυρωμένο αντίγραφο στην κυβέρνηση καθενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη.



ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Κατά την υπογραφή της Συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ενώσεως Benelux, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, τα Συμβαλλόμενα Μέρη υιοθέτησαν τις ακόλουθες δηλώσεις:

1. Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 139

Τα υπογράφοντα κράτη ενημερώνονται αμοιβαίως, πριν ακόμη από την έναρξη ισχύος της Συμβάσεως, για όλες τις περιστάσεις που είναι σημαντικές για τα θέματα που προβλέπει η παρούσα Σύμβαση καθώς και για την έναρξη ισχύος της.

Η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ όταν εκπληρωθούν στα υπογράφοντα κράτη οι προκαταρκτικοί όροι εφαρμογής της Συμβάσεως και οι έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα καταστούν αποτελεσματικοί.

2. Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 4.

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη δεσμεύονται να πράξουν ότι είναι δυνατόν προκειμένου να τηρηθεί ταυτοχρόνως η προθεσμία αυτή και να προληφθεί κάθε έλλειμμα ασφάλειας. Η Εκτελεστική Επιτροπή θα εξετάσει, πριν την 31η Δεκεμβρίου 1992, την πραγματοποιηθείσα πρόοδο. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει να αποκλείονται δυσχέρειες ως προς την άφιξη κάποιου σε αεροδρόμιο, χωρίς όμως να επισυμβεί κενό ασφάλειας. Τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση αυτή, χωρίς να είναι δυνατόν να προκύψουν εξ αυτού του λόγου δυσχέρειες για την εσωτερική αγορά.

Σε περίπτωση δυσχερειών, η Εκτελεστική Επιτροπή εξετάζει τις καλύτερες δυνατές συνθήκες ταυτόχρονης εφαρμογής των μέτρων αυτών στα αεροδρόμια.

3. Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 71, παράγραφος 2. Εφόσον Συμβαλλόμενο Μέρος παρεκκλίνει από την αρχή του άρθρου 71, παράγραφος 2, στο πλαίσιο της εθνικής του πολιτικής προλήψεως και αντιμετώπιση της εξαρτήσεως από τα ναρκωτικά και τις ψυχότροπες ουσίες, όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία διοικητικά και ποινικά μέτρα για την πρόληψη και την καταστολή της παράνομης εισαγωγής και εξαγωγής των εν λόγω προϊόντων και ουσιών, ιδίως προς το έδαφος των άλλων Συμβαλλόμενων Μερών.

4. Κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 121.

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παραιτούνται, τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου, από τους ελέγχους και την προσκόμιση των φυτοϋγειονομικών πιστοποιητικών που προβλέπονται από το κοινοτικό δίκαιο για τα φυτά και τα φυτικά προϊόντα:

α. που απαριθμούνται στο σημείο 1, ή

β. που απαριθμούνται στα σημεία 2 έως 6 και τα οποία έχουν την καταγωγή ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη.

1. Κομμένα λουλούδια και τμήματα φυτών για τη διακόσμηση από:

Καστανιά

Χρυσάνθεμα

Δενδράνθεμα

Δίανθο

Γλαδιόλα

Γυψόφυλλο

Δαμάσκηνο

Δρυ

Τριαντάφυλλο

Ιτέα

Σύριγγα

Άμπελο

2. Νωπά φρούτα:

Εσπεριδοειδή

Κυδώνια

Μήλα

Δαμάσκηνα

Αχλάδια

3. Ξύλο από:

Καστανιά

Δρυ

4. Καλλιεργήσιμος χώρος που απαρτίζεται, εν όλω ή εν μέρει, από χώμα ή στερεές οργανικές ουσίες, όπως μέρη φυτών, γαιάνθρακες και φλοιοί με φυλλόχωμα, χωρίς ωστόσο να έχουν μεταβληθεί τελείως σε γαιάνθρακες.

5. Σπόροι.

6. Ζώντα φυτά που αναφέρονται κατωτέρω και εμπίπτουν στον κωδικό ΣΟ της τελωνειακής ονοματολογίας που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 7.9.1987.



Κωδικός ΣΟ

0601 20 30

Βολβοί, κρεμμύδια, κόνδυλοι, βολβοειδείς ρίζες και ριζώματα, σε βλαστούς ή σε άνθηση: ορχιδέες, υάκινθοι, νάρκισσοι, τουλίπες

0601 20 90

Βολβοί, κρεμμύδια, κόνδυλοι, βολβοειδείς ρίζες και ριζώματα σε βλαστούς ή σε άνθη: άλλα

0602 30 10

Phododendron simsii (Azalea indica)

0602 99 51

Φυτά εξωτερικών χώρων: πολυετή φυτά

0602 99 59

Φυτά εξωτερικών χώρων: άλλα

0602 99 91

Φυτά εσωτερικών χώρων: Ανθοφόρα φυτά με μπουμπούκια ή άνθη με εξαίρεση τα κακτοειδή

0602 99 99

Φυτά εσωτερικών χώρων: άλλα



5. Κοινή ανακοίνωση σχετικά με τις εθνικές πολιτικές σε θέματα ασύλου.

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη προβαίνουν σε απογραφή των εθνικών πολιτικών σε θέματα ασύλου, προκειμένου να επιδιώξουν την εναρμόνισή τους.

6. Κοινή ανακοίνωση σχετικά με το άρθρο 132.

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη ενημερώνουν τα εθνικά τους κοινοβούλια σχετικά με τη θέση σε ισχύ της παρούσης Συμβάσεως.

Η παρούσα Τελική Πράξη έγινε στο Σένγκεν στις δεκαεννέα Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, σε ένα μόνο αντίτυπο, στη γερμανική, γαλλική και ολλανδική γλώσσα, τα δε τρία κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. Η Τελική Πράξη θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει κεκυρωμένο αντίγραφο στην κυβέρνηση καθενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη.



ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Συμπληρωματικά προς την Τελική Πράξη της Συμβάσεως Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των Κυβερνήσεων των Κρατών της Οικονομικής Ενώσεως Benelux, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, τα Συμβαλλόμενα Μέρη υιοθέτησαν την ακόλουθη κοινή δήλωση και έλαβαν υπόψη τις ακόλουθες μονομερείς δηλώσεις που έγιναν σχετικά με την εν λόγω Σύμβαση.

Ι. Δήλωση σχετικά με το πεδίο εφαρμογής

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη διαπιστώνουν: Μετά την ένωση των δύο γερμανικών κρατών, το, κατά το διεθνές δίκαιο, πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως επεκτείνεται και στο σημερινό έδαφος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

ΙΙ. Δηλώσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σχετικά με την ερμηνεία της Συμβάσεως.

1. Η Σύμβαση συνάπτεται με την προοπτική της ενώσεως των δύο γερμανικών κρατών.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αποτελεί ξένη χώρα σε σχέση προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Το άρθρο 136 δεν εφαρμόζεται στις σχέσεις μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

2. Η παρούσα Σύμβαση δεν θίγει το καθεστώς που συμφωνήθηκε κατά την ανταλλαγή των γερμανο-αυστριακών επιστολών της 20ής Απριλίου 1984, το οποίο περιέχει διευκόλυνση των ελέγχων στα κοινά σύνορα για τους υπηκόους των δύο κρατών. Το καθεστώς αυτό θα πρέπει, ωστόσο, να εφαρμόζεται λαμβανομένων υπόψη των επιταγών ασφαλείας και ελέγχου της μετανάστευσης των Συμβαλλόμενων Μερών του Σένγκεν και κατά τρόπο ώστε οι διευκολύνσεις αυτές να περιορίζονται στην πράξη, μόνο στους αυστριακούς υπηκόους.

ΙΙΙ. Δήλωση του Βασιλείου του Βελγίου σχετικά με το άρθρο 67.

Η διαδικασία που θα εφαρμοστεί σε εθνικό επίπεδο για την εκτέλεση μιας αλλοδαπής αποφάσεως δεν είναι η προβλεπόμενη από τη βελγική νομοθεσία σχετικά με τη διακριτική μεταφορά καταδίκων, αλλά μία ειδική διαδικασία που θα καθοριστεί κατά την κύρωση της παρούσης Συμβάσεως.

Έγινε στο Σένγκεν, στις δεκαεννέα Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, σε ένα μόνο αντίτυπο, στη γερμανική, γαλλική και ολλανδική γλώσσα, τα δε τρία κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. Το πρακτικό θα κατατεθεί στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία θα διαβιβάσει κεκυρωμένο αντίγραφο στην κυβέρνηση καθενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη.



ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ

των Υπουργών και Υφυπουργών

που συνεδρίασαν στο Σένγκεν στις 19 Ιουνίου 1990

Οι κυβερνήσεις των Συμβαλλόμενων Μερών της Συμφωνίας Σένγκεν θα αρχίσουν ή θα συνεχίσουν τις συζητήσεις στους ακόλουθους, ιδίως, τομείς:

- Βελτίωση και απλοποίηση της πρακτικής σε θέματα εκδόσεως.

- Βελτίωση της συνεργασίας ως προς τις διώξεις για παράβαση του Κώδικα ικανότητας Οδικής Κυκλοφορίας.

- Καθεστώς αμοιβαίας αναγνωρίσεως της αφαιρέσεως της αδείας οδηγού.

- Δυνατότητα αμοιβαίας εκτέλεσης χρηματικών ποινών και προστίμου.

- Καθιέρωση κανόνων σχετικά με την αμοιβαία διαβίβαση των ποινικών διώξεων, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας μεταφοράς του κρατουμένου στη χώρα καταγωγής του.

- Καθιέρωση κανόνων σχετικά με τον επαναπατρισμό των ανηλίκων που αφαιρέθηκαν παρά τον νόμο από την εξουσία του προσώπου που ασκεί τη γονική μέριμνα.

- Περαιτέρω απλοποιήσεις των ελέγχων στην εμπορική κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

Έγινε στο Σένγκεν, στις δεκαεννέα Ιουνίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, σε ένα μόνο αντίτυπο, στη γερμανική, γαλλική και ολλανδική γλώσσα, τα δε τρία κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. Η κοινή Δήλωση κατατίθεται στο αρχείο της κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία διαβιβάζει κεκυρωμένο αντίγραφο στην κυβέρνηση καθενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη.



ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ

Την 19η Ιουνίου 1990 οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών υπέγραψαν στο Σένγκεν τη Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν την 14η Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ενώσεως Benelux, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα.

Με την ευκαιρία της υπογραφής αυτής έκαναν της εξής δήλωση:

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη εκτιμούν ότι η Σύμβαση συνιστά ένα σημαντικό βήμα για την πραγματοποίηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα και εμπνέονται από αυτή για τις περαιτέρω εργασίες των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Οι Υπουργοί και Υφυπουργοί, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους στον τομέα της ασφάλειας και της παράνομης μετανάστευσης, υπογραμμίζουν την ανάγκη να θέσουν σε εφαρμογή αποτελεσματικούς ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, σύμφωνα με τις ομοιόμορφες αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 6. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη πρέπει να προωθήσουν ιδίως την εναρμόνιση των μεθόδων εργασίας για τον έλεγχο και την επιτήρηση των συνόρων, ενόψη της θέσεως σε ισχύ αυτών των ομοιόμορφων αρχών.

Η Εκτελεστική Επιτροπή θα εξετάσει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη θέση σε ισχύ ομοιόμορφων και αποτελεσματικών ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα, καθώς και τη συγκεκριμένη εφαρμογή τους. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν τα μέτρα που επιτρέπουν τη διασφάλιση των όρων εισόδου ενός αλλοδαπού στο έδαφος των Συμβαλλόμενων Μερών, την εφαρμογή της ίδιας πρακτικής αρνήσεως εισόδου, την επεξεργασία ενός κοινού εγχειριδίου για τους υπαλλήλους που είναι επιφορτισμένοι με την επιτήρηση των συνόρων και την προώθηση ισοδύναμου επιπέδου ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα με κοινές ανταλλαγές και επισκέψεις. Με την ευκαιρία της υπογραφής αυτής, επιβεβαίωσαν εξάλλου την απόφαση της Κεντρικής ομάδας διαπραγματεύσεων για τη δημιουργία ομάδας εργασίας που είναι επιφορτισμένη:

- Να ενημερώνει πριν από την έναρξη ισχύος της Συμβάσεως την Κεντρική ομάδα διαπραγματεύσεων για όλες τις συνθήκες που θεωρούνται σημαντικές στους τομείς που προβλέπονται από τη Σύμβαση και για τη θέση σε ισχύ αυτής ιδίως για την πρόοδο που πραγματοποιείται, ως προς την εναρμόνιση των νομικών διατάξεων, στο πλαίσιο της ενοποίησης των δύο γερμανικών κρατών.

- Να διαβουλεύεται ως προς τα ενδεχόμενα αποτελέσματα της εναρμόνισης αυτής και των συνθηκών αυτών ενόψη της εφαρμογής της Συμβάσεως.

- Να επεξεργάζεται συγκεκριμένα μέτρα με την προοπτική της κυκλοφορίας αλλοδαπών που εξαιρούνται της υποχρεώσεως θεωρήσεως πριν από τη θέση σε ισχύ της Συμβάσεως και να παρουσιάζει προτάσεις με σκοπό την εναρμόνιση των τρόπων ελέγχου των προσώπων στα μελλοντικά εξωτερικά σύνορα.



ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

στη Σύμβαση εφαρμογής της από 14ης Ιουνίου 1985 Συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των Κυβερνήσεων των Κρατών της Οικονομικής Ενώσεως Benelux, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν την 19η Ιουνίου 1990, στην οποία προσχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία με Συμφωνία, η οποία υπεγράφη στο Παρίσι την 27η Νοεμβρίου 1990, και το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Πορτογαλίας με Συμφωνίες, οι οποίες υπεγράφησαν στη Βόννη την 25η Ιουνίου 1991.

Το Βασίλειο του Βελγίου, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μέρη της Συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των Κυβερνήσεων των Κρατών της Οικονομικής Ενώσεως Benelux, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν την 19η Ιουνίου 1990, στο εξής καλούμενη "η Σύμβαση του 1990", καθώς και η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία προσχώρησε στη Σύμβαση του 1990 με Συμφωνία η οποία υπεγράφη στο Παρίσι την 27η Νοεμβρίου 1990 καθώς και το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Πορτογαλίας που προσχώρησαν στην Σύμβαση του 1990 με συμφωνίες οι οποίες υπεγράφησαν στη Βόννη την 25η Ιουνίου 1991, αφ` ενός,

και η Ελληνική Δημοκρατία, αφ` ετέρου.

Λαμβάνοντας υπ` όψη την υπογραφή, η οποία έλαβε χώρα στη Μαδρίτη την 6η Νοεμβρίου 1992, του Πρωτοκόλλου προσχωρήσεως της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Συμφωνία του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των Κυβερνήσεων των Κρατών της Οικονομικής Ενώσεως Benelux, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, ως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο προσχωρήσεως της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, που υπεγράφη στο Παρίσι την 27η Νοεμβρίου 1990 και από τα Πρωτόκολλα προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας, τα οποία υπεγράφησαν στη Βόννη βάσει του άρθρου 140 της Συμβάσεως του 1990,

συνεφώνησαν τα ακόλουθα:



Άρθρο 1

Με την παρούσα Συμφωνία η Ελληνική Δημοκρατία προσχωρεί στη Σύμβαση του 1990.



Άρθρο 2

1. Τα όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 4 της Συμβάσεως του 1990 είναι, όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία: το αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας και τα όργανα του Λιμενικού Σώματος, ανάλογα με τις αρμοδιότητές τους, ως επίσης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με συναφείς διμερείς συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6 της Συμβάσεως του 1990, όσον αφορά τα καθήκοντά τους σχετικά με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, με το εμπόριο όπλων και εκρηκτικών και την παράνομη μεταφορά τοξικών και βλαβερών αποβλήτων, οι υπάλληλοι οι οποίοι υπάγονται στην Τελωνειακή Υπηρεσία.

2. Η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 400 παράγραφος 5 της Συμβάσεως του 1990 είναι, όσον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία: η Διεύθυνση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δημοσίας Τόξεως.



Άρθρο 3

Το αρμόδιο υπουργείο που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 της Συμβάσεως του 1990 είναι για την Ελληνική Δημοκρατία: το Υπουργείο Δικαιοσύνης.



Άρθρο 4

Για τις ανάγκες της εκδόσεως μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών της Συμβάσεως του 1990, η Ελληνική Δημοκρατία δεν θα εφαρμόσει τις επιφυλάξεις, τις οποίες διετύπωσε σχετικά με τα άρθρα 7, 18 και 19 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί Εκδόσεως της 13ης Δεκεμβρίου 1957.



Άρθρο 5

Για τις ανάγκες της δικαστικής συνδρομής στον ποινικό τομέα μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών της Συμβάσεως του 1990, η Ελληνική Δημοκρατία δεν θα εφαρμόσει την επιφύλαξη, την οποία διετύπωσε σχετικά με τα άρθρα 4 και 11 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαστικής Συνδρομής στον ποινικό τομέα της 20ής Απριλίου 1959.



Άρθρο 6

1. Η παρούσα Συμφωνία υπόκειται σε κύρωση, έγκριση ή αποδοχή. Τα έγγραφα επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής κατατίθενται στην Κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, η οποία γνωστοποιεί την κατάθεση σε όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη.

1. Η παρούσα Συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής εκ μέρους των κρατών έναντι των οποίων η Σύμβαση του 1990 έχει αρχίσει να ισχύει, και της Ελληνικής Δημοκρατίας.

Έναντι των άλλων κρατών, η παρούσα Συμφωνία θα αρχίσει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων επικυρώσεως, εγκρίσεως ή αποδοχής τους, εφ` όσον η παρούσα συμφωνία έχει αρχίσει να ισχύει κατά τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου.

3. Η Κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου γνωστοποιεί την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος σε καθένα από τα Συμβαλλόμενα Μύρη.



Άρθρο 7

1. Η Κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της Συμβάσεως του 1990 στη γαλλική, γερμανική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

2. Το κείμενο της Συμβάσεως του 1990 στην ελληνική γλώσσα προσαρτάται στην παρούσα Συμφωνία και είναι εξίσου αυθεντικό με τα άλλα κείμενα της Συμβάσεως του 1990 στη γαλλική, γερμανική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι πληρεξούσιοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα Συμφωνία.

Έγινε στη Μαδρίτη την 6η Νοεμβρίου 1992, στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα, επτά κείμενα όντας εξίσου αυθεντικά, σε ένα πρωτότυπο στο οποίο θα κατατεθεί στα αρχεία της Κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου το οποίο θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος.



ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Ι. Κατά την υπογραφή της Συμφωνίας προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Σύμβαση εφαρμογής της από 14 Ιουνίου 1985 Συμφωνίας του Σένγκεν μεταξύ των Κυβερνήσεων των Κρατών της Οικονομικής Ενώσεως Benelux, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν την 19η Ιουνίου 1990 και στην οποία προσχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία με τη Συμφωνία προσχωρήσεως η οποία υπεγράφη στο Παρίσι την 27η Νοεμβρίου 1990, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Πορτογαλίας με τις Συμφωνίες προσχωρήσεως που υπεγράφησαν στη Βόννη την 25η Ιουνίου 1991, η Ελληνική Δημοκρατία συνυπογράφει την Τελική Πράξη, τα Πρακτικά και την Κοινή Δήλωση των Υπουργών και Υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της Συμβάσεως του 1990.

Η Ελληνική Δημοκρατία συνυπογράφει τις κοινές δηλώσεις και λαμβάνει υπό σημείωση τις μονομερείς δηλώσεις που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω πράξεις.

Η Κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου διαβιβάζει στην Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο της Τελικής Πράξεως, των Πρακτικών και της Κοινής Δηλώσεως των Υπουργών και Υφυπουργών, που υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της Συμβάσεως του 1990, στη γαλλική, γερμανική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

Τα κείμενα της Τελικής Πράξεως, των Πρακτικών και της Κοινής Δηλώσεως των υπουργών και υφυπουργών, τα οποία υπεγράφησαν κατά την υπογραφή της Συμβάσεως του 1990, στην Ελληνική γλώσσα προσαρτώνται στην παρούσα Τελική Πράξη και είναι εξίσου αυθεντικά με τα κείμενα στη γαλλική, γερμανική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα.

ΙΙ. Κατά την υπογραφή της Συμφωνίας προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των Κυβερνήσεων των Κρατών της Οικονομικής Ενώσεως Benelux, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν την 19η Ιουνίου 1990, στην οποία η Ιταλική Δημοκρατία προσχώρησε με Συμφωνία η οποία υπεγράφη στο Παρίσι την 27η Νοεμβρίου 1990 και το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Πορτογαλίας με Συμφωνίες προσχωρήσεως οι οποίες υπεγράφησαν στη Βόννη την 25η Ιουνίου 1991, τα Συμβαλλόμενα Μέρη υιοθέτησαν τις ακόλουθες Δηλώσεις.

1. Κοινή Δήλωση όσον αφορά το άρθρο 6 της Συμφωνίας προσχωρήσεως.

Τα υπογραφόμενα κράτη ενημερώνονται αμοιβαία, ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας προσχωρήσεως, σχετικά με όλες τις περιστάσεις που είναι σημαντικές για τους τομείς που περιέχονται στη Σύμβαση του 1990 και για τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας προσχωρήσεως.

Η παρούσα Συμφωνία προσχωρήσεως θα τεθεί σε ισχύ μεταξύ των κρατών έναντι των οποίων έχει αρχίσει να ισχύει η Σύμβαση του 1990 και της Ελληνικής Δημοκρατίας, μόνον όταν θα πληρωθούν στα κράτη αυτά οι προϋποθέσεις που προαπαιτούνται της εφαρμογής της Συμβάσεως του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα είναι στα κράτη αυτά αποτελεσματικοί.

Έναντι των άλλων κρατών, η παρούσα Συμφωνία προσχωρήσεως θα αρχίσει να ισχύει μόνο όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις που προαπαιτούνται της εφαρμογής της Συμβάσεως του 1990, οι δε έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα θα είναι στα κράτη αυτά αποτελεσματικοί.

2. Κοινή Δήλωση η οποία αφορά το άρθρο 9 παράγραφος 2 της Συμβάσεως του 1990.

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη διευκρινίζουν ότι κατά την υπογραφή της Συμφωνίας προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Σύμβαση του 1990, το κοινό καθεστώς θεωρήσεων, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 2 της Συμβάσεως του 1990, συνάδει προς το κοινό καθεστώς των υπογραφόντων μερών της εν λόγω Συμβάσεως που εφαρμόζεται από την 19η Ιουνίου 1990.

3. Κοινή Δήλωση σχετικά με την προστασία δεδομένων.

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη λαμβάνουν γνώση ότι η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας αναλαμβάνει την υποχρέωση να λάβει πριν από την κύρωση της Συμφωνίας προσχωρήσεως στη Σύμβαση του 1990, όλες τις απαραίτητες πρωτοβουλίες για να συμπληρωθεί η ελληνική νομοθεσία, σύμφωνα με την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης της 28ης Ιανουαρίου 1981 για την προστασία των ατόμων από την αυτόματη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τηρουμένης της συστάσεως R (87) 15 της 17ης Σεπτεμβρίου 1987 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, που αποσκοπεί στη ρύθμιση της χρήσεως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα της Αστυνομίας, ούτως ώστε να υπάρχει πλήρης εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 117 και 126 της Συμβάσεως του 1990 και των άλλων διατάξεων της εν λόγω Συμβάσεως σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με σκοπό να επιτευχθεί επίπεδο προστασίας συμβατό με τις κατάλληλες διατάξεις της Συμβάσεως του 1990.

4. Κοινή Δήλωση, η οποία αφορά το άρθρο 41 της Συμβάσεως του 1990.

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη διαπιστώνουν ότι, δεδομένης της γεωγραφικής θέσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, οι διατάξεις της παραγράφου 5 σημείο β του άρθρου 41 αντιτίθενται στην εφαρμογή του άρθρου αυτού κατά τις σχέσεις μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και άλλων Συμβαλλόμενων Μερών. Συνεπώς η Ελληνική Δημοκρατία ούτε έχει ορίσει αρχές κατά την έννοια του άρθρου 41 παράγραφος 7 ούτε προβαίνει σε δήλωση κατά την έννοια της παραγράφου 9 του άρθρου 41.

Η διαδικασία αυτή, την οποία ακολουθεί η Ελληνική Κυβέρνηση, δεν αντιβαίνει προς τις διατάξεις του άρθρου 137.

5. Κοινή Δήλωση σχετική με το Άγιον Όρος.

Αναγνωρίζοντας ότι το ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους, όπως το εγγυάται το άρθρο 105 του Ελληνικού Συντάγματος και ο Χάρτης του Αγίου Όρους, δικαιολογείται αποκλειστικά για πνευματικούς και θρησκευτικούς λόγους, τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα φροντίσουν να λάβουν τούτο υπόψη τους κατά την εφαρμογή και την περαιτέρω επεξεργασία των διατάξεων της Συμφωνίας του 1985 και της Συμβάσεως του 1990.

ΙΙΙ. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη λαμβάνουν γνώση των ακόλουθων δηλώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας.

1. Δήλωση της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τις Συμφωνίες Προσχωρήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας και της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας.

Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας λαμβάνει υπό σημείωση το περιεχόμενο των Συμφωνιών Προσχωρήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας και της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας στη Σύμβαση του 1990 καθώς και το περιεχόμενο των Τελικών Πράξεων και Δηλώσεων που προσαρτώνται στις εν λόγω Συμφωνίες.

Η Κυβέρνηση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου αποστέλλει επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο των ανωτέρω εγγράφων στην Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας.

2. Δήλωση της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με τη δικαστική συνδρομή στον ποινικό τομέα.

Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας αναλαμβάνει την υποχρέωση να χειρίζεται τις δικαστικές αιτήσεις, οι οποίες της υποβλήθηκαν από τα άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη, με την απαιτούμενη επιμέλεια, ακόμη και αν απευθύνονται απ` ευθείας στις Ελληνικές Δικαστικές Αρχές σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 53, παράγραφος 1 της Συμβάσεως του 1990.

3. Δήλωση σχετικά με το άρθρο 121 της Συμβάσεως του 1990.

Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας δηλώνει ότι θα εφαρμόσει ήδη από την υπογραφή της Συμφωνίας Προσχωρήσεως στη Σύμβαση του 1990 τις φυτοϋγειονομικές ελαφρύνσεις που προβλέπονται στο άρθρο 121 της Συμβάσεως του 1990, εκτός σε ό,τι αφορά τους καρπούς εσπεριδοειδών, τους σπόρους βάμβακος και τη μηδική.

Παρά ταύτα, όσον αφορά τους καρπούς εσπεριδοειδών, η Ελληνική Δημοκρατία θα υλοποιήσει τις διατάξεις του άρθρου 121 και τα σχετικά μέτρα το αργότερο την 1.1.1993.

Έγινε στη Μαδρίτη την 6η Νοεμβρίου 1992, στη γαλλική, γερμανική, ελληνική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα. Τα επτά κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά, στο πρωτότυπο που θα κατατεθεί στα αρχεία της Κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, το οποίο θα διαβιβάσει ακριβές και επικυρωμένο αντίγραφο σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.



ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΚΑΙ ΥΦΥΠΟΥΡΓΩΝ

Στις δεκαεννέα Δεκεμβρίου χίλια εννιακόσια ενενήντα έξι οι εκπρόσωποι των Κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της Αυστριακής Δημοκρατίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Σουηδίας υπέγραψαν στο Λουξεμβούργο τη Συμφωνία προσχωρήσεως του Βασιλείου της Σουηδίας στη Σύμβαση εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 μεταξύ των Κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα, η οποία υπεγράφη στο Σένγκεν την 19η Ιουνίου 1990, στην οποία προσχώρησαν η Ιταλική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία και η Αυστριακή Δημοκρατία με τις Συμφωνίες οι οποίες υπεγράφησαν στις 27 Νοεμβρίου 1990, 25 Ιουνίου 1991, 6 Νοεμβρίου 1992 και 28 Απριλίου 1995 αντίστοιχα.

Έλαβαν γνώση του ότι ο εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Σουηδίας δήλωσε ότι συντάσσεται με τη δήλωση η οποία έγινε στο Σένγκεν την 19η Ιουνίου 1990 από τους Υπουργούς και Υφυπουργούς εκπροσώπους των Κυβερνήσεων του Βασιλείου του Βελγίου, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, καθώς και με την απόφαση που επιβεβαιώθηκε την ίδια ημερομηνία, επ` ευκαιρία της υπογραφής της Συμβάσεως εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, δήλωση και απόφαση με τις οποίες συνετάχθησαν οι Κυβερνήσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ισπανίας, της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Αυστριακής Δημοκρατίας.



Άρθρο δεύτερο

Τα Πρωτόκολλα-Πρακτικά που καταρτίζονται από τις ομάδες εργασίας, οι οποίες προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν, καθώς και από την Εκτελεστική Επιτροπή του άρθρου 131 αυτής, εγκρίνονται με Κοινή Πράξη των αρμόδιων κατά περίπτωση υπουργών.



Άρθρο τρίτο

Δήλωση κατ` άρθρο 55 της Σύμβασης

Η Ελληνική Δημοκρατία δηλώνει, κατ` εφαρμογή του άρθρου 55 της Σύμβασης Εφαρμογής Σένγκεν, ότι δεν δεσμεύεται από το άρθρο 54 της Σύμβασης στις ακόλουθες περιπτώσεις:

1. Όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο της αλλοδαπής απόφασης, έλαβαν χώρα είτε εν όλω είτε εν μέρει στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας. Η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται εάν τα πραγματικά αυτά περιστατικά έλαβαν εν μέρει χώρα στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους που επέβαλε την καταδίκη.

2. Όταν η αξιόποινη πράξη που αποτέλεσε αντικείμενο της αλλοδαπής απόφασης τελέστηκε από υπάλληλο του Ελληνικού Κράτους κατά παράβαση των καθηκόντων του.

3. Όταν τα πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν αντικείμενο της αλλοδαπής απόφασης στοιχειοθετούν τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις οι οποίες προβλέπονται από την ελληνική ποινική νομοθεσία:

α. προσβολές του πολιτεύματος (άρθρα 134-137 Δ του Π.Κ.),

β. προδοσία της χώρας (άρθρα 138-152 του Π.Κ.),

γ. εγκλήματα κατά πολιτικών σωμάτων και της Κυβέρνησης (άρθρα 157-160 του Π.Κ.),

δ. προσβολές κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 168 του Π.Κ.),

ε. εγκλήματα που ανάγονται στη στρατιωτική υπηρεσία και την υποχρέωση στράτευσης (άρθρα 202-206 του Π.Κ.),

στ. πειρατεία (άρθρο 215 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου),

ζ. εγκλήματα σχετικά με το νόμισμα (άρθρα 207-215 του Π.Κ.),

η. παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών,

θ. παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας,

4. Όταν πρόκειται για έγκλημα για το οποίο διεθνείς συμβάσεις υπογεγραμμένες και επικυρωμένες από το Ελληνικό Κράτος προβλέπουν την εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νόμων.



Άρθρο τέταρτο

Δήλωση κατ` άρθρο 57 της Σύμβασης

Η Ελληνική Δημοκρατία υποδεικνύει ως αρμόδιες αρχές της παραγράφου 3 του άρθρου 57 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν: α) τους κατά τόπον αρμόδιους εισαγγελείς εφετών και β) το Υπουργείο Δικαιοσύνης.



Άρθρο πέμπτο

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και των κειμένων που κυρώνονται, από την πλήρωση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στις οικείες διατάξεις αυτών.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.



Αθήνα, 26 Ιουνίου 1997

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
star

0 αναγνώστες άφησαν σχόλιο: