Παπουλάκος : Το περίεργα σκοταδιστικό και ανθελληνικό του παρελθόν .

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

star


Στὸ χωριὸ Ἄρμπουνα τοῦ Μοριᾶ (δίπλα στὴν Καλαμάτα) ζοῦσαν τέσσερα ἀγράμματα ἀδέλφια, οἱ Παναγιωτόπουλοι, ποὺ ἦταν ἐκδοροσφαγεῖς γουρουνιῶν. Ὁ ἕνας ἐξ αὐτῶν ὠνομαζόταν Χριστόφορος ἢ Χριστοπανάγος. Τὸ 1842 προσβλήθηκε σοβαρὰ ἀπὸ τυφοειδῆ πυρετὸ καὶ κατάφερε νὰ ἐπιζήσῃ, θεωρῶντας τὸ περιστατικὸ αὐτὸ θεϊκὸ θαῦμα. Ταυτόχρονα ἄκουγε τὶς ἀντικυβερνητικὲς κατηχήσεις τῶν καλογέρων, ποὺ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχαν ἐπαναστατήσει ἐναντίον τοῦ Ὄθωνα. Τότε τοῦ μπῆκε στὸ μυαλὸ ἡ ἰδέα νὰ ἀποτρέψῃ τοὺς Ρωμιοὺς ἀπ’ τὸν ἐξελληνισμό τους. Ἄφησε τὴν δουλειά του κι ἔγινε καλόγερος. Ἐπειδὴ ἦταν γέρος ,κοντὸς καὶ χοντρός ,οἱ χωριάτες τὸν φώναζαν «παπουλάκο» ,κι ἔκτοτε τοῦ κόλλησε αὐτὸ τὸ ὄνομα. Τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἁγιοσύνης του ἔφτειαξε ἕνα μοναστήρι στὰ ὀρεινὰ τῆς Ἠλείας κι ἔμενε ἐκεῖ. Τελικὰ στὶς ἀρχὲς τοῦ 1848 ἄφησε τὸ μοναστήρι καὶ ξεκίνησε περιοδεῖες στὸν Μοριᾶ, ἀποφασισμένος νὰ «σώσῃ» τὸν κόσμο. Ὅμως τὸ ξεκίνημά του αὐτὸ συμπορεύτηκε μὲ τὴν γενικὴ καὶ καλὰ ὠργανωμένη καλογερικὴ ἐξέγερση, ποὺ θ’ ἀνατάραζε ὁ λόκληρη τὴν χώρα.


Εἰκόνα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ ἀναπαριστᾷ τὸ κωμικοτραγικὸ 
τοῦ βίου τοῦ Παπουλάκου,ποὺ εἰκονίζεται ἐπὶ ἐξέδρας, ἐνῷ 
ἐκφωνεῖ τοὺς πύρινους λόγους του στὴ Λακωνία, τὴν
ὁποία ὁ Παπουλάκος εἶχε μετωνομάσει σὲ «Ἰσραήλ».

ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ Α΄

Πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ γνωστοῦ Παπουλάκου ὑπῆρξε κι ἄλλος ἕνας καλόγερος μὲ τὸ ὄνομα αὐτό. Ὁ Φωτιάδης στὸ ἱστορικό του ἔργο «Ὄθωνας.Ἡ Ἔξωση», σελ.167-168, ἀναφέρει γιὰ τὸν πρῶτο αὐτὸν Παπουλάκο : «Πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια σ’ ἕναν ἄλλον ἀγύρτη, καλόγερο κι αὐτόν, ἔδωσε ὁ κοσμάκης τὴν ἴδια ὑποκοριστικὴ προσωνυμία, ὀνομάζοντάς τον Παπουλάκο... Αὐτὸς ἄδραξε τὴν εὐκαιρία νὰ πλουτίσῃ ποντάροντας πάνω στὴν δυστυχία καὶ τὴν ἀπελπισία τοῦ λαοῦ. Ντύθηκε στὰ ράσα, ἔφτειαξε ἕνα μοναστήρι στὰ Τρισπόταμα τῆς Ἠλεία κι ἄρχισε νὰ φανερώνῃ στὸν καθένα τι τοῦ μελλόταν καὶ πῶς θὰ σῳζόταν ὁ κοσμάκης ἀπ’ τὸν Μπραΐμη. Γιὰ βοηθό του εἶχε μία ἁγιοπατέρισσα, ὅπως τὴν λέγανε, διαβόλου κάλτσα…Γιὰ τὸν Μπραΐμη, ἔλεγε ὁ ἀγύρτης, πὼς δὲν χρειάζεται νὰ τὸν πολεμᾶνε, γιατὶ αὐτὸς θὰ χαθῇ ἀπὸ θεϊκὴ θέληση…Τά’ μαθε αὐτὰ ὁ Μπραΐμης καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ πᾶνε νὰ τὸν βροῦν.

Κι ὅταν κάποτε φθάσανε οἱ ἀραπᾶδες στὸ μοναστήρι κι ἔσφαξαν τὸν Παπουλάκο γιὰ νὰ μάθῃ ,πὼς μὲ τὶς προσευχὲς δὲν πολεμοῦνται οἱ καταχτητές – ψάξανε καὶ βρήκανε στὸ ἱερὸ ἕξι κάσσες παρᾶδες, ἀσήμι βγαλμένο ἀπὸ ἄρματα, γυναικεῖες ζῶνες ,σκουλαρίκια, δακτυλίδια, γιορντάνια, χρυσοκέντητες φορεσιές, ὅλα παρμένα ἀπ’ τὸν λαό…Αὐτὸ στάθηκε τὸ τέλος τοῦ πρώτου Παπουλάκου. Ὁ δεύτερος, ποὺ φάνηκε εἴκοσι χρόνια ἔπειτα, ἀκολούθησε στὴν ἀρχὴ τὰ ἴδια χνάρια. Ἔφτειαξε κι  αὐτὸς ἕνα μοναστήρι ,γρήγορα ὅμως τὸ παράτησε κι ἄρχισε νὰ γυρίζῃ τὸν Μοριᾶ, γιὰ νὰ κηρύξῃ τὸν ἀληθινό, ὅπως ἔλεγε ,λόγο τοῦ θεοῦ. Με μιᾶς τότε φάνηκε, πὼς τοῦτος στεκόταν πιὸ λαοπλάνος ἀπ’ τὸν ἄλλον ,ὅμως τοῦτον δὲν ἤτανε ἡ δίψα τοῦ πλούτου ποὺ τὸν ὡδήγαγε, παρὰ τὸ σκοτάδι τοῦ μυαλοῦ του.

ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Η ἱστορία τοῦ δεύτερου Παπουλάκου ἀποτελεῖ τὸν ἐνδεδειγμένο βίο ἁγίου τῆς Ὀρθοδοξίας. Γράφει ἡ ἐγκυκλοπαίδεια Ἥλιος στὸ λῆμμα «Παπουλάκος»: «Ὁ Παπουλάκος ὄχι μόνον ἐστερεῖτο θεολογικῆς μορφώσεως, ἀλλὰ καὶ στοιχειωδῶν γραμματικῶν γνώσεων. Παρὰ ταῦτα ἐπέτυχε νὰ ἐκμάθῃ ἀνάγνωσιν καὶ ν’ ἀναγιγνώσκῃ τὴν Καινὴν Διαθήκην καὶ τοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαυίδ.» Ὁ Φωτιάδης μᾶς περιγράφει μὲ γλαφυρότητα τὴν περιοδεία Παπουλάκου στὸν Μοριᾶ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔσχατη κατάντια ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸν λαὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης: «Εὐλογοῦσε, λέει, τοὺς βουβοὺς καὶ βρίσκανε τὴν μιλιά τους, ἄγγιζε μὲ τὸ χέρι του τὰ παιδιὰ καὶ γιατρεύονταν, τὰ νερὰ ποὺ κυλοῦσαν στὰ αὐλάκια στέρευαν καθὼς πήγαινε νὰ πιῇ, τὰ εὐλογοῦσε καὶ ξανάτρεχαν, κι ὅσοι δὲν πίστευαν τὴν ἁγιότητά του ἢ τὸν κακολογοῦσαν μεμιᾶς πάθαιναν νταμπλᾶ καὶ φεύγανε ἄναυλα γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο… Κι ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, τόσο τὰ θαύματά του ὅλο καὶ μεγάλωναν. Ψιλοκουβέντιαζε μὲ τὴν Παναγιὰ κι ὅποτε ἤθελε γινόταν ἄφαντος. Τράνεψε τόσο, ποὺ τρέχανε τσοῦρμο ἀπὸ πίσω του οἱ γυναῖκες νὰ κόψουνε ἕνα κομμάτι ἀπ’ τὸ ράσο του εἴτε νὰ τὸ κάνουνε φυλαχτό, εἴτενὰ τὸ βάλουν στὸ ψωμὶ ἀντὶ γιὰ προζύμι, εἴτε νὰ τὸ δέσουν στὰ δίχτυα τους οἱ θαλασσινοί, γιὰ νὰ γεμίσουν ψάρια.

» Ἔκοβε, ἔκοβε ὁ κοσμάκης τὸ ράσο του, κι ὅμως τὄβλεπες, ὅταν ἀπόμεναν μονάχα οἱ ὠμοπλάτες, ξαφνικὰ τσούπ… νὰ ξαναφυτρώνῃ ὁλόκληρο! Φόραγε δηλαδὴ καινούργιο ράσο ὁ Χριστοπανάγος, μὰ οἱ θρησκόληπτοι χωριάτες τὸ λογάριαζαν κι αὐτὸ γιὰ θαῦμα, πὼς τάχατες ἀπὸ μόνο του ξαναϋφαινόταν. Θαυματουργὰ ἦταν καὶ τὰ γένια του, ποὺ προστάτευαν ἀπὸ ἀρρώστιες καὶ δαιμόνια. Καὶ θαυματουργὲς κατάντησαν ἀκόμη καὶ οἱ πέτρες ποὺ πάνω τους περπάτησε ὁ Παπουλάκος… Ἄλλοτες πάλι παρὰ τὰ γεράματά του σκαρφάλωνε στὰ δέντρα κι ἀπὸ ’κεῖ πάνω ἔκανε τὸ κήρυγμά του. Καὶ τὰ δέντρα ἅγιαζαν βέβαια, καὶ γι’ αὐτὸ οἱ χωριάτισσες φρόντιζαν μερονυχτὶς νὰ καῖνε κρεμασμένα ἀπ’ τὰ κλωνιά τους καντήλια» (σελ. 169). Ὁ Μπάμπης Ἄννινος στὸ ἔργο του «Ἱστορικὰ Σημειώματα», σελ. 137, ποὺ γράφτηκε τριάντα χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Παπουλάκου, ἀναφέρει: «Ἀλλὰ ἡ κύρια δύναμις τοῦ Παπουλάκου ἐνέκειτο εἰς τὸ γυναικεῖον στοιχεῖον, αὐτὸ ἀπετέλει τὴν ἀληθινὴν ἰσχύν του, αὐτὸ ἐξῆπτε τὸν φλογερὸν ἐνθουσιασμόν, αὐτὸ διετήρει ἀμείωτον τὴν μαγγανείαν, τὴν ὁποίαν ὁ πονηρὸς καλόγηρος ἐξήσκει ἐπὶ τοῦ πλήθους.» Ὁ Παπουλάκος σκαρφιζόταν ἀστεῖες ἀπατεωνιές, γιὰ νὰ ξεγελᾷ ἕναν κόσμο τόσο ἀμόρφωτο καὶ τόσο βαθιὰ δεισιδαίμονα ὅσο οἱ Ρωμιοὶ τῆς ἐποχῆς του.

Ὁ Μπαστιᾶς στὸ ἔργο του «Ὁ Παπουλάκος», Ἀθήνα 1963, λέει, ὅτι κατὰ τὴν διάρκεια τῶν κηρυγμάτων του χρησιμοποιοῦσε διάφορες μικροπονηριές, γιὰ νὰ ξεγελᾷ καὶ νὰ ξαφνιάζῃ τὰ πλήθη. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν κηρυγμάτων του φώναζε ξαφνικά: «Γιάννη, φέρε μου ἕνα ποτήρι νερό.» Καὶ βέβαια κάποιος ποὺ λεγόταν Γιάννης καὶ βρισκόταν μέσα στὸ πλῆθος ἔτρεχε νὰ φέρῃ νερὸ ἀπορῶντας, ποῦ ἤξερε τ’ ὄνομά του! Ἄλλοτε πάλι δείχνοντας ἕνα πλῆθος ἀπὸ χωριάτες τοὺς ἀποκαλοῦσε ζωοκλέφτες κι ἐκεῖνοι σάστιζαν, μὴν γνωρίζοντας ποῦ τὸ ἤξερε. Ὅμως οἱ περισσότεροι χωριάτες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦταν ζωοκλέφτες.

Γιὰ αὐτὸν τὰ γράμματα ἦταν ὁ μέγιστος ἐχθρὸς τῆς κοινωνίας καὶ τὰ χώριζε σὲ «ἅγια καὶ ἄθεα». Τὰ πρῶτα ἦταν τὰ Εὐαγγέλια, τὸ Ψαλτήρι καὶ ἡ Ὀκτώηχος. Τὰ δεύτερα ἦταν ὅλα τ’ ἄλλα βιβλία, τὰ δὲ ἑλληνικὰ ἦταν τοῦ «Διαβόλου γράμματα». Διακήρυττε ἐπίσης, ὅτι ἔπρεπε νὰ κλείσουν ὅλα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῆς χώρας, γιὰ νὰ μὴν μαθαίνουν τὰ παιδιὰ τὰ «ἄθεα γράμματα». Τοὺς ἐπισκόπους, ποὺ εἶχε ὁρίσει ὁ Φαρμακίδης καὶ ἡ Σύνοδος, τοὺς ἀποκαλοῦσε «κατασκόπους», τὴν πρωτεύουσα «πορνεύουσα», ἐνῷ τὸν Ὄθωνα «νοητὸ Ἑωσφόρο». Τὰ πλοῖα μὲ τὸν ἀτμό, ποὺ ὅλο καὶ πλήθαιναν ἐκείνη τὴν ἐποχή, τὰ ἔλεγε «καρρότσες τοῦ διαβόλου», τὰ δικαστήρια «γυφτόσπιτα» καὶ τὸ πανεπιστήμιο «πορνεῖο». Οἱ συμβουλές του πρὸς τὶς γυναῖκες τοῦ ἀκροατηρίου του, γιὰ να σωθοῦν, ἦταν νὰ κάνουν ἀδιάκοπα προσευχές, νηστεῖες, μετάνοιες καὶ ν’ ἀπαρνηθοῦν τὸν ἔρωτα, ἀκόμη κι ἂν ἦταν συζυγικός.

Ὁ Φωτιάδης διασῴζει τὴν ἐπιστολὴ ἑνὸς δασκάλου τῆς ἐποχῆς, τοῦ Παναγάκη Σεραφεὶμ, ποὺ ἔστειλε στὸν νομάρχη Ἀρκαδίας γιὰ ἕνα κήρυγμα τοῦ Παπουλάκου στὰ Λαγκάδια Γορτυνίας, ποὺ λέει: «Κυρίως ἐξύβριζε τὸ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως καθιερωθὲν πρόγραμμα ἐκπαιδεύσεως, ποὺ τὸ ἀποκαλοῦσε ἄθεα γράμματα, ἱκανὰ νὰ ὁδηγήσουν τὸ γένος εἰς τὸν ἀφανισμόν, εἰς τὸ αἷμα καὶ τὴν ἐξουθένωσιν. Ὁ ρασοφόρος αὐτὸς ἀγύρτης εἶναι ὁ πλέον ἐπικίνδυνος ὀχλαγωγὸς ἐξ’ ὅσων ποτὲ παρουσιάσθηκαν, ἐξάπτων ἐντέχνως τὸν πλέον ἐπικίνδυνον καὶ τυφλὸν φανατισμὸν καὶ ἐνσπείρων τὰ ἐμφύλια πάθη. Ἐκμεταλλευόμενος ἰάσεις ἐντελῶς τυχαίας ἢ θανάτους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐθεωροῦντο ἄνευ αὐτοῦ ὡς φυσικὰ φαινόμενα, ἀφήνει νὰ πιστεύεται, ὅτι τὰ συμβαίνοντα εἶναι θαύματα, τὰ ὁποῖα ὁ θεὸς ἐπιτελεῖ μέσῳ αὐτοῦ ἢ χάριν αὐτοῦ.
» Ἡ τοιαύτη δὲ φήμη, ἐπικινδύνως λαβοῦσα τεραστίας διαστάσεις, ἔχει συνεγείρει τὰ πλήθη εἰς τοσοῦτον ἐπικίνδυνον βαθμόν, ὥστε νὰ καθίσταται προβληματικὴ ἡ ἀπρόσκοπτος ἄσκησις οἱουδήποτε κυβερνητικοῦ λειτουργήματος κι αὐτὴ ἀκόμη ἡ λειτουργία ἑνὸς δημοτικοῦ σχολείου. Ἤρχιζε δὲ τὰς ὁμιλίας του μὲ ἀπεραντολογίαν τῶν πλέον βαναύσων καὶ ἀνηκούστων αἰσχρολογιῶν, ἀναπτύξας ὁ θεομπαίχτης μὲ σκάνδαλον τὰ διάφορα εἴδη τῶν αἰσχρῶν ἀσελγειῶν» (σελ. 170). Σύντομα μέλη τῆς Φιλορθοδόξου Ἑταιρείας πλησίασαν τὸν Παπουλάκο, ἀφοῦ εἶδαν σὲ αὐτὸν τὶς ἴδιες τὶς δικές τους κατηχήσεις. Γράφει ὁ Ἄννινος (σελ. 415): «Οἱ Φιλορθόδοξοι, ἰδόντες τὸν ζῆλο του καὶ ἐννοήσαντες πόσο ἐπωφελὴς θὰ ἦταν ἡ συμμαχία του εἰς τὰ σχέδιά των, προσηταιρίσθησαν γρήγορα αὐτὸν καὶ βαθμηδὸν κατέστησαν κυριώτατον ὄργανόν των.» Ἡ ἰδέα τῶν κηρυγμάτων τοῦ Παπουλάκου βασίσθηκε κυρίως στὶς δεισιδαιμονικὲς προφητεῖες τοῦ ἱερομόναχου καὶ συγγραφέως Ἀγαθάγγελου γιὰ τὸ «ξανθὸ γένος», τοὺς Ρώσσους, καὶ τὴν σωτηρία τῆς Ρωμιοσύνης ἀπ’ τοὺς «ἀθέους» Εὐρωπαίους διαφωτιστὲς μέσα ἀπ’ τὸ βιβλίο τοῦ τελευταίου «Ὀπτασία τοῦ Ἱερωνύμου Ἀγαθαγγέλου τοῦ ἐκ μοναδικῆς πολιτείας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου». 

Οἱ Φιλορθόδοξοι ὡμιλοῦσαν «περὶ ψωριῶντος ἐριφίου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποδιωχθῇ ἐκ τῆς ποίμνης, ἵνα μὴν μεταδώσῃ τὴν νόσον τῆς ἀθεΐας καὶ εἰς τὰ λοιπά», καὶ ἀπευθύνονταν στὸν Ὄθωνα καὶ στὴν σπουδαία μεταρρύθμιση τῆς κυβερνήσεώς του. Διδάσκαλος τοῦ Παπουλάκου ἔγινε ὁ φλογερὸς ἱεροκήρυκας, ἱδρυτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς Φιλορθοδόξου Ἑταιρείας Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος. Ἀξίζει λίγο νὰ σταθοῦμε στὸ πρόσωπο αὐτό, διότι ἦταν ἕνας ἀπ’ τοὺς κύριους μοχλοὺς τῆς καλογερικῆς συνωμοσίας, ποὺ συγκλόνισε τότε τὴν νέα Ἑλλάδα. Γράφει ὁ Ἄννινος γι’ αὐτόν: «Ἀνὴρ ξεροκέφαλος μετριωτάτης παιδεύσεως, θρησκομανής, ὑποκείμενος εἰς ἀσκητικὰς ἐξάψεις καὶ ἐσκοτισμένον ἔχων τὸν νοῦν ἐκ τῆς ἐνδελεχοῦς ἀναγνώσεως τῆς δυσπέπτου τῶν συναξαρίων ὕλης καὶ ἐκ τῆς ἀσχολίας αὐτοῦ περὶ τὴν ἐξήγησιν τῶν χρησμῶν τοῦ Ἀγαθαγγέλλου» (σελ.401). Παρομοίως καὶ ὁ Φωτιάδης: «Ὁ στενοκέφαλος καὶ θρησκόληπτος αὐτὸς ἄνθρωπος εἶχε τυπώσει καὶ δύο βιβλιαράκια, τὴν “Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας” καὶ τὴν “Ἑρμηνεία τῶν Χρησμῶν” τοῦ Ἀγαθαγγέλου. Μὲ αὐτὸν ξυπνοῦσε καὶ μὲ αὐτὸν κοιμόταν, γυρεύοντας στὶς προφητικὲς ἀσυναρτησίες του νὰ βρῇ λύσεις γιὰ ὅλα τὰ προβλήματα ποὺ βασάνιζαν ὄχι μονάχα τὸν τόπο μας παρὰ κι ὅλον τὸν κόσμο»(σελ.172). Κέντρο τῆς μεσαιωνικῆς καὶ ἀνθελληνικῆς αὐτῆς συνωμοσίας τῆς Φιλορθοδόξου Ἑταιρείας ἀπετέλεσε ἡ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου. Πνευματικός της πατέρας ὑπῆρξε ὁ κληρικὸς Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος ὁ ἐξ Οἰκονόμων, προσωπικὸς φίλος τοῦ τσάρου τῆς Ρωσσίας καὶ τοῦ Πατριαρχείου, ἐνῷ χρηματοδότες της ὑπῆρξαν οἱ Ρῶσσοι καὶ οἱ Τοῦρκοι. «Καὶ στεῖλαν τὸν ἅγιον Οἰκονόμον, παιδὶ τῆς Ρουσσίας… καὶ ἐργάζεται εἰς τὰ πολιτικὰ ὑπὲρ τῆς Ρουσσίας καὶ ἕναν Ἀνατόλιον ἀρχιμανδρίτη εἰς τὰ στρατιωτικά .Κι ὅλοι αὐτῆνοι φτειάξαν τὴν Φιλορθόδοξο Ἑταιρεία κι εἶχαν χρήματα κι ἐφόδιαζαν καὶ κατηχοῦσαν.» (Μακρυγιάννης, «Ἀπομνημονεύματα».)
(Σημ.:Οἱ μεσσιανικὲς προφητεῖες τοῦ Ἀγαθάγγελου γιὰ τὴν σωτηρία τῆς χώρας ἀπ’ τοὺς κακοὺς κι ἀθέους Δυτικοὺς μέσῳ τοῦ ξανθοῦ γένους, τοὺς Ρώσσους, ἀνακατεμένες μὲ οὖφο, ἐξωγήινους, ὑπογήινους καὶ ὀλίγον Ἀρχαία Ἑλλάδα γιὰ περιτύλιγμα ἀποτελοῦν ἀντικείμενο τηλεοπτικῶν κηρυγμάτων καὶ ἀνιάτου παραληρήματος γνωστοῦ τηλεοπτικοῦ ἑλλαδεμπόρου τῆς ἐποχῆς μας.)

Η ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΝΗ.

Οἱ περιοδεῖες τοῦ Παπουλάκου συνεχίσθηκαν μέσα σὲ κλίμα γενικῆς ψυχώσεως καὶ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ σὲ ὅλη τὴν Πελοπόννησο, στὶς Σπέτσες, στὴν Ὕδρα, στὰ Ψαρὰ καὶ στὸ Κρανίδι. Ὅταν εἶδε, ὅτι τὸ πλῆθος παραληροῦσε γι’ αὐτόν, θεωρῶντας τον προφήτη, καὶ οἱ Φιλορθόδοξοι τὸν στήριζαν σὲ κάθε βῆμα του, ἀποφάσισε νὰ κάνῃ ἐπανάσταση, τὴν ὁποία διατυμπάνιζε σὲ κάθε μέρος τῆς περιοδείας του. Τὸ 1852 ἔφθασε στὴν Μάνη. «Ἡ ὑποστήριξις τὴν ὁποίαν παρέσχεν εἰς τὸν Χριστοπανάγον ὁ λαὸς τῆς Λακωνίας, ἔνθερμος ἐξ ἀρχῆς οὖσα, κατέστη βαθμηδὸν μανιακή, φρενιτιώδης καὶ ἔφθασεν εἰς τὰ ἀκρότατα τῆς παραφορᾶς ὅρια» (Ἄννινος, σελ. 433). Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν δῆμο Κολοκυνθίου, ὅπου ὑπῆρχαν καὶ οἱ περισσότεροι ὀπαδοί του, ὁ Παπουλάκος τὸν ἀποκαλοῦσε « Νέα Ἱερουσαλήμ», ἐνῷ ὅλη τὴν Λακωνία «Ἰσραήλ» ! «Οἱ παπᾶδες τὸν δέχονταν χτυπῶντας γιορταστικὰ τὶς καμπάνες, κάνανε τιμητικὲς γι’ αὐτὸν ἱεροτελεστίες, ἀφώριζαν τοὺς ἐχθρούς του, συμπορεύονταν μαζί του κρατῶντας σταυροὺς κι ἑξαπτέρυγα καὶ τὸν μνημόνευαν στὶς λειτουργίες τους… συντρόφευαν τὸν Χριστοπανάγο στὶς περιπλανήσεις του στὰ γύρω χωριὰ 150 ἕως 300 ἀρματωμένοι καὶ χιλιάδες λαός ,ἄντρες, γυναῖκες, γέροι, παιδιά, ὀνομάζοντάς τον προφήτη Ἠλία. Εἶχε τόσο ξεθαρρέψει, ποὺ ἔστειλε ἀναφορὰ στὸν Ὄθωνα γυρεύοντάς του νὰ κλείση τὰ σχολειά , ν’ ἀλλάξῃ τοὺς δεσποτᾶδες, νὰ διώξῃ ἀπ’ τὸ παλάτι τὸν καθολικὸ παπᾶ, ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος, καὶ τὸν προτεστάντη τῆς Ἀμαλίας» (Φωτιάδης, σελ.173–174).

Ἡ κυβέρνηση τοῦ Ὄθωνα ἀντελήφθη, ὅτι βρισκόταν μπροστὰ σὲ μία καλὰ ὠργανωμένη ἐξέγερση. Γνωρίζοντας τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς ἀνταρσίας ὁ Ὄθων διέταξε νὰ συλλάβουν τὸν Κοσμᾶ Φλαμιᾶτο καὶ πενῆντα ἀκόμη συνωμότες καλογέρους ἀπὸ διάφορες μονὲς τῆς ἐπικράτειας καὶ κυρίως Μεγαλοσπηλαιῶτες. Γιὰ τὴν σύλληψη τοῦ Παπουλάκου τὰ πράγματα δὲν ἦταν τόσο εὔκολα, ἀφοῦ εἶχε στὸ πλάι του ὁλόκληρη τὴν Μάνη καὶ χιλιάδες ἀκόμη φανατικοὺς ὑποστηρικτές. Ἡ κυβέρνηση ὠργάνωσε τότε μία πραγματικὴ πολεμικὴ ἐκστρατεία, συντονισμένη ἀπὸ ξηρὰ καὶ θάλασσα, μὲ πεζικό, ἱππικὸ καὶ πλοῖα καὶ ἀρχηγὸ τὸν Γενναῖο Κολοκοτρώνη.

Ὁ Παπουλάκος, ὅταν πληροφορήθηκε τι τοῦ ἑτοίμαζαν, ἄρχισε νὰ φανατίζῃ τὰ πλήθη γιὰ μία δυναμικὴ ἀναμέτρηση μὲ τὴν κυβέρνηση. Ὡς ἐπίδειξη δυνάμεως στὶς 27Μαΐου τοῦ 1852 στὶς 2:00 μ.μ. ἐπιτέθηκε μὲ 2000 ὀρυόμενους ἀνθρώπους καὶ 500 ἀρματωμένους Μανιᾶτες ἐναντίον τῆς Καλαμάτας. Ὅμως ὁ ἀσύντακτος στρατός του διελύθη ὁλοσχερῶς ἀπὸ ἕνα ἀνάμικτο τάγμα ἱππικοῦ πεζικοῦ, ποὺ ὑπῆρχε στὴν πόλη. Ὁ Παπουλάκος ξαναγύρισε μὲ τὸν στρατό του στὴν Μάνην τροπιασμένος.

Ἡ συνέχεια εἶναι πραγματικὰ διασκεδαστική : «Στὶς 30 τοῦ Μάη ἔφθασε στὸ λιμάνι τοῦ Ἅη Δημήτρη ἡ κορβέτα “Ἀμαλία” μὲ στρατὸ κάτω ἀπ’ τὶς προσταγὲςτοῦ συνταγματάρχη Πιερράκου.Ὅταν ἄρχισεν ὰξεμπαρκάρῃ ἕνα ἀσκέρι ἀπ’ τὸ λιμάνι, τὸ πολεμικὸ ἔρριξε κάμποσες χαιρετιστήριες κανονιές. Τυχαῖα ἐκεῖ κοντὰ στὸ χωριὸ Λογνὰ τοῦ δήμου Λεύκτρου βρισκόταν ὁ Παπουλάκος μὲ τοὺς ὀπαδούς του. Τόση ἐντύπωση τοῦ κάνανε οἱ κανονιές, ποὺ πρῶτος τὄ σκασε τρέχοντας. Καὶ στάθηκε τέτοιος ὁ φόβος κι ὁ πανικός του, ποὺ πέταξε τὸ θαυματουργό του ράσο καὶ φόρεσε φουστανέλλες καὶ μὲ λιγοστοὺς δικούς του κρύφτηκε στὰ φαράγγια τοῦ Ταϋγέτου» (Φωτιάδης,σελ.175). Ὁ στρατὸς καὶ ἡ χωροφυλακὴ ἐπικήρυξαν τὸν Παπουλάκο καὶ ὤργωσαν τὴν περιοχή, γιὰ νὰ τὸν βροῦνε.Τὴν 24η Ἰουνίου ἕνας καλόγερος καλοθελητής, πρώην θαυμαστής του, ὁ Παπαβασίλαρος, λόγῳ τῆς μεγάλης ἀμοιβῆς τῶν 6.000 δραχμῶν, πρόδωσε τὸν φίλο του, ποὺ κρυβόταν στὸ ἐρημικὸ μοναστήρι τοῦ Τζέγκου. «“Ἡ σύλληψις τοῦ λαοπλάνου ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν”, ἔλεγε στὴν ἀναφορά του ὁ νομάρχης Λακωνίας. Καὶ οἱ πιὸ φανατικοὶ ὀπαδοί του μὲ κανέναν τρόπο δὲν θέλανε νὰ τὸ πιστέψουν ,λέγοντας πὼς ὅλοι οἱ στρατοὶ τοῦ κόσμου δὲν μποροῦν νὰ τὸν πιάσουν. Διαδόθηκε μάλιστα, πὼς τὸ πολεμικὸ ποὺ τὸν πάγαινε στὸν Πειραιᾶ βούλιαξε ἀπὸ θεϊκὴ ὀργή, καὶ πὼς ὁ μοναδικὸς ποὺ σώθηκε ἦταν ὁ Παπουλάκος (Φωτιάδης,σελ.176).

Ὁ Παπουλάκος κλείσθηκε γιὰ ἕνα χρόνο στὶς φυλακὲς τοῦ Ρίου. Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1853 τὸν μεταφέρανε στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ δικαστῇ. Ἡ δίκη δὲν ἔγινε ποτέ, διότι τὴν ἴδια ἐποχὴ οἱ Φιλορθόδοξοι καὶ οἱ λοιποὶ ἀντικυβερνητικοὶ κύκλοι ἀπειλοῦσαν τὸ κράτος γιὰ ἐπικείμενη ἐπίθεση τῆς Ὀρθοδόξου Ρωσσίας. Ἡ κυβέρνηση πιεσμένη ἐξέδωσε βασιλικὸ διάταγμα ἀμνηστίας γιὰ τὸν Παπουλάκο καὶ μερικοὺς ἀκόμη ὀπαδούς του. Τὸν Αὔγουστο τοῦ ἰδίου ἔτους τὸν κλείσανε στὸ μοναστήρι τῆς Παναχράντου στὴν Ἄνδρο. Ἐκεῖ ἐξακολούθησε νὰ κάνῃ «θαύματα», ὥσπου πέθανε σὲ βαθιὰ γεράματα τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1861. Λίγα ἔτη μετὰ τὸν θάνατό του καὶ τὸν διωγμὸ τοῦ Ὄθωνα ἀπ’ τὴν χώρα ἡ Ἐκκλησία τὸν μετωνόμασε σὲ ὅσιο.

Η ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΗ

Κι ἐνῷ ὅλες οἱ ἱστορικὲς ἀναφορὲς ὁμιλοῦν γιὰ ἕναν ἀγύρτη σκοταδιστὴ καλόγερο, τύπου Ταλιμπάν, ἡ Ἐκκλησία εἶχε καὶ ἔχει ἀντίθετη γνώμη. Ἡ πρώτη εἰσήγηση γιὰ τὴν ἁγιοποίηση Παπουλάκου ἔγινε τὸ 1953 ἀπ’ τὴν ἐφημερίδα «Σπίθα» τοῦ φονταμενταλιστῆ ἱερέα Αὐγουστίνου Καντιώτη καὶ πλῆθος ἀκόμη ἱερέων. Ἡ ἐκστρατεία ὑπὲρ τῆς ἁγιοποιήσεώς του συνεχίστηκε καὶ κατὰ τὴν δεκαετία τοῦ ΄80 μὲ ἀρχηγὸ τὸν γνωστὸ «παπαροκᾶ» Νεκτάριο Μουλατσιώτη, ποὺ μάζευε ὑπογραφὲς ἀπὸ διάφορους ἱεράρχες, γιὰ ν’ ἀποδείξῃ τὸ «προφητικὸ καὶ προορατικὸ χάρισμα τοῦ ἁγίου», καθὼς καὶ τὸν μεγάλο ἀριθμὸ τῶν θαυμάτων του! Ὁ «παπαροκᾶς» δηλώνει σήμερα φανατικὸς θαυμαστὴς τοῦ Παπουλάκου, ἀκολουθῶντας κι αὐτὸς τὴν πεπατημένη μέθοδο ἐναντίον τῶν «ἀθέων γραμμάτων» καὶ τῆς προόδου. Ἐπίσης ἐκκρεμεῖ ἀπὸ δεκαετίας ἡ αἴτηση τοῦ μητροπολίτη Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας Ἀμβροσίου, καθὼς καὶ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, γιὰ τὴν ἁγιοποίηση τοῦ Παπουλάκου ὡς «ἅγιου τοῦ ἀντιευρωπαϊσμοῦ». Τὴν ἴδια ἀπαξιωτικὴ γραμμὴ τῆς Φιλορθοδόξου Ἑταιρείας καὶ τοῦ Παπουλάκου ἐναντίον τῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας καὶ τῶν «ἀθέων γραμμάτων» ἀκολούθησε ὅλα τὰ μετὰ Ὄθωνα χρόνια ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ο ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος δηλώνει θαυμαστής του, ἀφοῦ ἡ ἄποψή του ταυτίζεται ἀπόλυτα μὲ τὴν γραμμὴ τῆς Φιλορθοδόξου Ἑταιρείας καὶ τοῦ Παπουλάκου. Στὶς 30Ἰανουαρίου τοῦ 2005, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν,ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Ἕλληνες ἐκπαιδευτικοὺς ὁ κ. Χριστόδουλος ἐδήλωνε στὸν Τύπο : «Ἡ ἄθρησκη καὶ ἡ ἀντιχριστιανικὴ παιδεία, αὐτὴ ποὺ ὡρισμένοι θὰ ἤθελαν νὰ ἐπιβάλουν σήμερα στὸ ἔθνος, ἔβρισκε τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ ἀνένδοτα ἀντίθετο. Εἶχεν ἄλλωστε διακηρύξει ἐπιγραμματικὰ σὲ μιὰ προφητεία του: “Τὸ κακὸ θὰ σᾶς βρῇ ἀπ’ τοὺς διαβασμένους”, ὑπονοῶντας τὸ νεωτεριστικὸ πνεῦμα τῆς Ἑσπερίας, ποὺ ἐπρόκειτο μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση νὰ μεταφέρουν στὸν ἑλληνικὸ χῶρο οἱ σπουδαγμένοι σ’ αὐτήν , ἕνα πνεῦμα ἀντιθρησκευτικὸ καὶ ἀντιορθόδοξο, ποὺ ἤθελε τάχα τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπ’ τὶς προλήψεις καὶ ποὺ μιλῶντας στὸ ὄνομα τῆς δημοκρατίας ἀπαρνιόταν τὰ χριστιανικὰ δόγματα σὰν δῆθεν καταπιεστικὰ τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Κατὰ σύμπτωση τὴν ἴδια σχεδὸν αὐτολεξεὶ φράση θὰ ἐπαναλάμβανε κι ἕνας ἄλλος παρεξηγημένος κι αὐτὸς διδάχος, ὁ Παπουλάκος ,ζῶντας στὸ ἴδιο κλίμα τοῦ ἄθεου Διαφωτισμοῦ, μέσα στὴν μόλις ἀπελευθερωμένη Ἑλλαδίτσα. Κι αὐτὸς διεκήρυττε τότε μὲ ἔμφαση : “Τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὸν κόσμο”.» Ἐδῶ βλέπουμε ἕνα μικρὸ δεῖγμα ἀπ’ τὴν διαχρονικὴ σκοταδιστικὴ ἅλυσσο : Οἰκονόμου–Φλαμιᾶτος–Παπουλάκος–Αἰτωλὸς–Καντιώτης–Μουλατσιώτης–Χριστόδουλος.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Τὸ 1973 συγχωριανοὶ τοῦ Παπουλάκου ἰσχυρίστηκαν, ὅτι ἀνακάλυψαν τὰ λείψανά του στὴν Ἄνδρο καὶ τὰ μετέφεραν στὸ χωριὸ Ἄρμπουνα, στὸν τόπο γεννήσεώς του. Σήμερα ἡ κάρα «του» ἐκτίθεται ἤδη ὡς «ἱερό» προσκύνημα στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του μαζὶ μὲτὰ θαυματουργὰ ἀπομεινάρια τοῦ «ἱεροῦ του ράσου», ὅπου πλῆθος πιστῶν προσκυνᾷ καθημερινὰ τὸν ἀγύρτη καὶ σκοταδιστὴ καλόγηρο ἢ ὅσιο-ἥρωα καὶ σύντομα ἅγιο γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία Χριστοπανάγο Παπουλάκο.

Από τον ΔΑΥΛΟ
star

2 αναγνώστες άφησαν σχόλιο:

Nikos Rantieris είπε...

Άμα είνα απ' τον Δαυλό
είναι λύρα εκατό!!!

***ΜΑΚΕΔΩΝ*** είπε...

Που διαφωνείς Νίκο ;