Παγκοσμιοποίηση και φτώχεια

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

star
α




Πολιτικές ελεημοσύνης, ή πλαίσια ρύθμισης για δικαιότερη διανομή του παγκόσμιου πλούτου;


Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της παγκόσμιας «βιώσιμης και αειφόρας» ανάπτυξης, η παγκοσμιοποίηση και η παγκόσμια οικονομική μεγέθυνση θα μειώσουν «αργά ή γρήγορα» τη φτώχεια και θα ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή. Ωστόσο, ενώ ο παγκόσμιος πλούτος εξακολουθεί να αυξάνεται, την ίδια στιγμή σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού σε ολόκληρο τον πλανήτη στερείται ακόμα και των στοιχειωδέστερων μέσων επιβίωσης, ενω οι ανισότητες συνεχώς διευρύνονται: Η αναλογία  εισοδήματος του πλουσιότερου 20% προς το φτωχότερο 20% είναι σήμερα 74 προς 1, έναντι 30 προς 1 το 1960.  

Σε απόλυτη φτώχεια (οριζόμενη ως ημερήσιο εισόδημα κάτω από 1 δολάριο) βρίσκονται πάνω από 1 δις συνάνθρωποί μας (22,7% του παγκόσμιου πληθυσμού), με ποσοστά που φτάνουν το 46,7% στην Υποσαχάρια Αφρική, 36,9% στη Ν. Ασία, έναντι  3,6% στην Ευρώπη και στην Κεντρική Ασία.

Εάν ωστόσο υπολογίσουμε τη σχετική φτώχεια (με βάση το όριο  φτώχειας που χρησιμοποιεί κάθε χώρα), το ποσοστό των φτωχών παγκόσμια αυξάνεται σε 32,1%, με τα αντίστοιχα ποσοστά να ανεβαίνουν σε 25,6% στην Ευρώπη και στην Κεντρική Ασία το 1998 και σε 51,4% στη Λατινική Αμερική!     

Αφήνοντας κατά μέρος τις περιστασιακές εξάρσεις «γενναιοδωρίας» –περισσότερο λόγων και εκκλήσεων, παρά ουσιαστικής πρόθεσης για μεταφορά πόρων, πόσο μάλλον για δικαιότερη διανομή του παγκόσμιου πλούτου- ορισμένων ανεπτυγμένων χωρών, για τον περιορισμό της απόλυτης φτώχειας στις χώρες που παρουσιάζουν τις πιο ακραίες μορφές ένδειαςτο κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική παγκόσμια κοινωνική παρέμβαση και ρύθμιση, για την εξάλειψη της απόλυτης αλλά και της σχετικής φτώχειας στις αναπτυσσόμενες και στις ανεπτυγμένες χώρες;

Αρκετοί μελετητές, όπως ο  P. Townsend[1],  επικρίνουν τις πολιτικές των διεθνών Οργανισμών (Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ, ΠΟΕ) και των 7 ισχυρότερων κρατών, ως υπαίτιες για την όξυνση της ανισότητας και της φτώχειας διεθνώς, διότι οι πολιτικές αυτές:
-          εστιάζουν στη μεγέθυνση, όχι στην ανάπτυξη και στην αναδιανομή του εισοδήματος, αφού θεωρούν ότι «η παγκοσμιοποίηση αποτελεί τη βασική κινητήρια δύναμη για την παγκόσμια οικονομική πρόοδο»
-          επιβάλλουν επιλογές νομισματικής και μακρο-οικονομικής σταθερότητας, ιδιωτικοποιήσεων και απελευθέρωσης αγορών, ως βασικές προϋποθέσεις για την επίτευξη της οικονομικής μεγέθυνσης, «άρα και της προόδου»
-          με τα «Προγράμματα Δομικής Προσαρμογής» του ΔΝΤ, οδήγησαν τις χώρες που τέθηκαν υπό οικονομική κηδεμονία σε αποσταθεροποίηση και, σε αρκετές περιπτώσεις, σε οικονομική καταστροφή, χωρίς να έχουν ουσιαστικά αποτελέσματα στην καταπολέμηση της φτώχειας. Μάλιστα, η εμμονή του ΔΝΤ στη μείωση του πληθωρισμού και της εσωτερικής ζήτησης, οδήγησε σε γρήγορη αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας σε παγκόσμιο επίπεδο.  
-          υιοθετούν «στοχευμένες» - επιλεκτικές μορφές κοινωνικής πρόνοιας, που είναι λιγότερο αποτελεσματικές από τις καθολικές μορφές κοινωνικής προστασίας
-          ευνοούν συστηματικά, μέσω του Διεθνούς Εμπορίου, τις αναπτυγμένες χώρες σε βάρος των αναπτυσσόμενων
-          βασίζονται στο όριο φτώχειας του 1 δολ/ημέρα (όριο Παγκόσμιας Τράπεζας για την απόλυτη φτώχεια), είναι ισοπεδωτικές και αναποτελεσματικές, αφού οδηγούν διαχρονικά μόνο σε φαινομενική μείωση της φτώχειας, χωρίς να υπολογίζουν τη συνεχή αύξηση του κόστους κάλυψης των αντίστοιχων αναγκών. ‘Ετσι, σε χώρες με κατά κεφαλή εισόδημα 2-5 δολάρια, μεγάλες ομάδες πληθυσμού εξακολουθούν να ζούν σε συνθήκες φτώχειας, αδυνατώντας να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες διατροφής, ένδυσης, στέγασης, εκπαίδευσης και περίθαλψης.

Στην πρόσφατη έκθεση του ΟΗΕ τονίζεται ότι οι ανεπτυγμένες χώρες πρέπει να διπλασιάσουν τη βοήθειά τους προς τον αναπτυσσόμενο κόσμο, ώστε να μπορέσουν να υλοποιηθούν οι στόχοι του «Προγράμματος της Χιλιετίας». Το πρόγραμμα αυτό ξεκίνησε το 2000, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, έχοντας ως στόχο τη μείωση της φτώχειας κατά 50% ως το 2015 . Στην ‘Εκθεση σημειώνεται ότι από τις ανεπτυγμένες χώρες, μόνο η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία προσφέρουν σήμερα πάνω από 0,7% του ΑΕΠ τους σ’ αυτή την υπόθεση, ενώ οι ΗΠΑ μόλις το 0,15% ! Κατά μέσο όρο, τα πλουσιότερα κράτη δίνουν μόλις 0,25% του ΑΕΠ τους, ενώ ο ΟΗΕ τους ζητά να αυξήσουν αυτό το ποσοστό σε 0,44% το 2006 και σε 0,7% το 2015. 

Στην πράξη, δεν διαφάνηκε μέχρι σήμερα η παραμικρή πρόθεση των ανεπτυγμένων χωρών να μοιραστούν οικειοθελώς τον πλούτο τους με τις αναπτυσσόμενες. ‘Αλλωστε γιατί να κάνουν κάτι, το οποίο συνειδητά απορρίπτουν για την καταπολέμηση της φτώχειας  στο εσωτερικό της δικής τους  χώρας;

Οι πολιτικές των διεθνών φορέων και οργανισμών, αλλά και της Ε.Ε, περιορίζονται συνήθως σε εκκλήσεις, σε διακηρύξεις και σε συστάσεις για «κοινωνική ανάπτυξη» των «τριτοκοσμικών»  εταίρων τους στο διεθνές εμπόριο, για περισσότερη «βοήθεια» των πλουσιότερων προς τις φτωχότερες χώρες και για «κοινωνική υπευθυνότητα» των πολυεθνικών επιχειρήσεων.

‘Εχουν αυτά το παραμικρό αποτέλεσμα απέναντι σε τόσο οξυμένα προβλήματα φτώχειας και κοινωνική ανισότητας; 

Μπορούν να έχουν αποτέλεσμα όταν:
Ø      στον απελευθερωμένο χώρο του Διεθνούς Εμπορίου, δεν υπάρχει η παραμικρή «κοινωνική ρήτρα»  ενάντια στην υπερεκμετάλλευση ακόμα και της παιδικής εργασίας,  ενάντια στους μισθούς εξαθλίωσης και στα ανύπαρκτα δικαιώματα  των εργαζομένων στις φτωχές χώρες;
Ø      οι εθνικές αγορές είναι αλληλεξαρτώμενες και πλήθος επιχειρήσεων συναγωνίζονται πλέον μεταξύ τους  ποιά θα αξιοποιήσει καλύτερα τις χώρες –εργοδοτικούς παραδείσους;  
Ø      οι εργαζόμενοι εκβιάζονται να ανταγωνιστούν μεταξύ τους, ποιός θα μεγιστοποιήσει τα κέρδη απασχολούμενος με τις πιο άθλιες συνθήκες, με τους χαμηλότερους μισθούς και με την ελάχιστη εργασιακή προστασία, που καταχρηστικά  βαφτίζεται «σύγχρονη εργασιακή ευελιξία;» ;  

‘Ετσι, λ.χ. οι «πλεονάζοντες» εργαζόμενοι της Κίνας (που εκτιμώνται σε τουλάχιστον 200 εκατομμύρια...), αλλά και χιλιάδες εργαζόμενοι των χωρών (και των υποψήφιων χωρών) της Διεύρυνσης,  αναζητώντας δουλειά με όρους που κανείς ευρωπαίος εργαζόμενος δεν θα δεχόταν, ανοίγουν την όρεξη των απανταχού κεφαλαιούχων για επιστροφή σε λογικές κοινωνικής αυθαιρεσίας και σε μοντέλα προπολεμικής ανταγωνιστικότητας, βασισμένα στην υποβάθμιση της ανθρώπινης εργασίας.

Τέτοιες τάσεις, που τον τελευταίο καιρό αναγορεύονται και στη χώρα μας σε...πεμπτουσία σύγχρονων μεταρρυθμίσεων,  είναι φυσικό να  εντείνονται σε συνθήκες συνειδητής αποδόμησης του κοινωνικού Κράτους, ενίσχυσης του νέο-φιλελευθερισμού και συρρίκνωσης του Ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου σε μέτρα και συνταγές «στοχευμένης κοινωνικής φιλανθρωπίας», απευθυνόμενα αποκλειστικά σε όσους έχουν τη μεγαλύτερη, ή μάλλον την πιο κραυγαλέα, ανέχεια.

Αυτές οι φιλανθρωπικές παρεμβάσεις αποτελούν, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο περιστασιακά μπαλώματα,  αφήνοντας  άθικτα τα γενεσιουργά αίτια της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Η αντιμετώπιση αυτών των αιτίων απαιτεί αντίθετα ισχυρό κοινωνικό Κράτος,  ενιαίες και καθολικής εμβέλειας αναδιανεμητικές παρεμβάσεις,  ευρύτερη κοινωνική ρύθμιση της παγκοσμιοποίησης και της παντοκρατορίας των αγορών.

Κοινωνικός Αποκλεισμός και Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο.

‘Οπως είδαμε στα προηγούμενα, δεν υπάρχει σύγκλιση απόψεων ούτε για τις πραγματικές διαστάσεις, ούτε για τις μεθόδους αντιμετώπισης της  φτώχειας παγκοσμίως. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σύνθετα όταν αναφερόμαστε στον κοινωνικό αποκλεισμό, καθώς και στα φαινόμενα που τον τροφοδοτούν και τον αναπαράγουν, ακόμα και στις πιο ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου.

Το ξεκαθάρισμα αυτής της έννοιας είναι βασικό, αφού ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι κυρίαρχη θεματολογία στις αναλύσεις των οργάνων της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης για την κοινωνική πολιτική .

Σύγχρονες μελέτες[2] εντοπίζουν τρεις βασικές προσεγγίσεις του κοινωνικού αποκλεισμού, με εξαιρετικά αποκλίνουσες μεταξύ τους ιδεολογικές παραδοχές και για την έννοια και για τους μηχανισμούς δημιουργίας της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες:
F     τον αναδιανεμητικό λόγο, που θεωρεί τον κοινωνικό αποκλεισμό ως συνέπεια της φτώχειας, τη δε φτώχεια ως ενδημικό και με καθολικές διαστάσεις φαινόμενο του συστήματος, που οδηγεί στην αδυναμία μεγάλων ομάδων του πληθυσμού να συμμετέχουν  στα εκάστοτε κρατούντα πρότυπα διαβίωσης, κατανάλωσης κλπ.
F     τον «ηθικό λόγο»  γύρω από την «περιθωριακή τάξη» – τους πληθυσμούς των πάσης φύσεως γκέτο,  το «λούμπεν προλεταριάτο» κατά τη μαρξιστική ορολογία- .  Η προσέγγιση αυτή ρίχνει το βάρος σε (ελαφρώς ρατσιστικές...) ηθικές –πολιτισμικές αιτίες της φτώχειας και εστιάζει στον «ηθικό κίνδυνο» της περιθωριακής καθήλωσης, αλλά και της μόνιμης εξάρτησης συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού από  κοινωνικές παροχές.   
F     το λόγο για την κοινωνική ενσωμάτωση,  που συνδέεται με τον αποκλεισμό από την αγορά μισθωτής εργασίας. Εδώ γίνεται λόγος για «ευκαιρίες απασχόλησης» και για «απασχολησιμότητα», η οποία προβάλλεται ως ατομική ευθύνη και ως δια βίου υποχρέωση του εργαζόμενου να αποκτά και να διατηρεί  εμπορεύσιμες δεξιότητες. Τα παραπάνω έρχονται να υποκαταστήσουν την πλήρη απασχόληση και την ασφάλεια απασχόλησης ως κοινωνική ευθύνη και πρώτιστη υποχρέωση του κοινωνικού κράτους. Σε αυτή την προσέγγιση, η ύπαρξη αφ’ ενός απασχολησιμότητας των ατόμων, αφ’ ετέρου ευκαιριών απασχόλησης (από την αγορά, τους επενδυτές και –δευτερευόντως- το Κράτος) λύνουν άμεσα και πλήρως τα προβλήματα  και της φτώχειας και της κοινωνικής ενσωμάτωσης.

Οι δυο τελευταίες  προσεγγίσεις, ιδίως η τελευταία, κυριαρχούν στα βασικά κείμενα της Ε.Ε, στους στόχους της Λισσαβώνας, στα εθνικά  ΕΣΔΑ και στις πάσης φύσεως μελέτες και αναλύσεις περί κοινωνικής πολιτικής στις χώρες της Ε.Ε. Σ’ αυτές τις αναλύσεις, η φτώχεια και οι κοινωνικές διακρίσεις εμφανίζονται ως αποτέλεσμα μιας «μη φυσιολογικής» διάσπασης ή ρήγματος στην κοινωνική συνοχή, που θa έπρεπε, κανονικά, να εξασφαλίζεται σχεδόν αυτόματα από τον υπάρχοντα καταμερισμό εργασίας.


Εξ ού και οι συστάσεις για συνεχή προσαρμογή των οικονομικά ενεργών στις απαιτήσεις της αγοράς, για «ενεργοποίηση» των οικονομικά ανενεργών (στόχος της Λισσαβώνας), των ηλικιωμένων (με άνοδο της ηλικίας συνταξιοδότησης) κλπ, σε συνδυασμό με την αναγκαία «επίδειξη αλληλεγγύης» όσων έχουν εργασία προς αυτούς που δεν έχουν.

Σε αυτή την προσέγγιση, τα προβλήματα και οι διεκδικήσεις των εργαζομένων εκμηδενίζονται, κατ’ άλλους «κακώς υπάρχουν», όσο υπάρχουν οι εκτός αγοράς αποκλεισμένοι, οι φτωχοί και οι άνεργοι.

Αλλά και στους ίδιους τους κοινωνικά αποκλεισμένους αποδίδεται ισχυρό μερίδιο  ευθύνης («μη προσαρμοστικότητα»), ενω το κοινωνικό Κράτος περιορίζεται στο να φροντίζει στοχευμένα, (και σίγουρα πιο φθηνά από ότι θα προϋπέθεταν οι παλαιότερες λογικές καθολικής αναδιανομής...) την επανένταξη  όσων απόκληρων έχουν το σοβαρότερο πρόβλημα.

Επειδή πολύς λόγος γίνεται για το «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο» και για τις προοπτικές διατήρησης ή αντίθετα ανατροπής του στις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, θα πρέπει να σημειώσουμε πως, πέρα από τις κρατούσες σήμερα απόψεις και θέσεις των οργάνων της Ε.Ε, διατηρούνται μέχρι σήμερα σαφώς διακριτές κατηγορίες κοινωνικού Κράτους και ανάλογα διαφοροποιημένα συστήματα κοινωνικής προστασίας στην Ευρώπη, τα οποία φωτίζουν σε μεγάλο βαθμό τις υπάρχουσες διαφορές ως προς την οικονομική ανισότητα, αλλά και ως προς τις ερμηνείες και τις πολιτικές αντιμετώπισης του κοινωνικού αποκλεισμού σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. 

Σχηματικά [3], μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα:
-          στο Σοσιαλδημοκρατικό κοινωνικό κράτος με σχεδόν καθολικό χαρακτήρα παροχών και θεσμοθετημένη δέσμευση του Κράτους για επίτευξη κοινωνικής ευημερίας και για κοινωνικά δικαιότερη αναδιανομή. Χαρακτηρίζει τα περισσότερα σκανδιναβικά κράτη.
-          στο Κορπορατιστικό κοινωνικό κράτος των χωρών της Ηπειρωτικής Ευρώπης (λ.χ. Γερμανία, Γαλλία), όπου οι κοινωνικές παροχές καλύπτουν ευρύ φάσμα κοινωνικών κινδύνων, αλλά το δικαίωμα πρόσβασης σ’ αυτές είναι συνάρτηση του κοινωνικο-επαγγελματικού στάτους και της εργασιακής καριέρας των πολιτών. Το μοντέλο αυτό έχει σαφώς χαμηλότερη αναδιανεμητική επίδραση και κόστος από το προηγούμενο.
-          στο αγγλοσαξωνικό Φιλελεύθερο «καθεστώς ευημερίας» (ΗΠΑ, Η.Β από το 1980 και μετά, Ιρλανδία), όπου το κράτος αναλαμβάνει αρμοδιότητες προώθησης της ευημερίας μόνο όπου και όταν η αγορά και η οικογένεια αποτυγχάνουν. Ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση, οι υποχρεώσεις του στρέφονται στις ομάδες που έχουν τη μέγιστη ανάγκη, με παροχές μέτριου επιπέδου, που διανέμονται με βάση αυστηρό  έλεγχο των πόρων.
-          στο Νοτιοευρωπαϊκό Κράτος Πρόνοιας (αφορά στις 4 χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα) με χαρακτηριστικά την καθυστερημένη ανάπτυξη κοινωνικού κράτους, την περιορισμένη σημασία της αρχής της καθολικότητας, τον υψηλό βαθμό κατακερματισμού και πόλωσης του συστήματος αναπλήρωσης εισοδήματος, το σημαντικό ρόλο των πελατειακών σχέσεων και τα μεγάλα κενά στην κοινωνική προστασία, που αναπληρώνονται εν μέρει από τη σημαντική –αλλά  φθίνουσα- οικογενειακή αλληλεγγύη. 

Η απόσταση που χωρίζει τα παραπάνω μοντέλα κοινωνικού κράτους από τις κρατούσες σήμερα απόψεις  για τη δέουσα αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού στην Ευρώπη, είναι για τα περισσότερα από αυτά, πλην του αγγλοσαξωνικού, σημαντική.

Με αυτά τα δεδομένα και ενόψει της κυοφορούμενης επικράτησης, στο χώρο της διευρυμένης Ευρώπης, ενός κατά το δυνατόν ομοιόμορφου «νέου ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου», ανοίγονται νέα πεδία προβληματισμών, αντιπαραθέσεων και –πιθανότατα- ανατροπών.  

Aυτές οι εξελίξεις, σε συνδυασμό με τους αυξημένους κινδύνους περιθωριοποίησης σημαντικότατων κατηγοριών του πληθυσμού, που εδω και χρόνια εντοπίζονται από μελέτες στη χώρα μας και στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού για το συνδικαλιστικό κίνημα και για όσους διεκδικούν ουσιαστική ανάπτυξη με πραγματική σύγκλιση και κοινωνική συνοχή στο χώρο της Ενωμένης Ευρώπης. 



[1] Βλέπε σχετικά  PTOWNSEND « Για μια αναθεώρηση της διεθνούς κοινωνικής πολιτικής ενάντια στη φτώχεια»  στο ΠΕΤΜΕΤΖΙΔΟΥ Μ. - ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ Χ. (επιμ.) «Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός», σελ. 115-158,  Εκδόσεις Εξάντας, 2004.
[2] Για περισσότερα βλέπε στο LEVITAS R. «Τι είναι κοινωνικός Αποκλεισμός» στο ΠΕΤΜΕΤΖΙΔΟΥ Μ. - ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ Χ. (επιμ.) «Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός», σελ. 225-265,  Εκδόσεις Εξάντας, 2004.

[3] Σύμφωνα με τη σχηματοποίηση των ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ- ΠΕΤΜΕΤΖΙΔΟΥ (2004), στη μελέτη τους «Ανισότητα, Φτώχεια και αναδιανομή μέσω των κοινωνικών μεταβιβάσεων: Η Ελλάδα σε συγκριτική προοπτική», στο  ΠΕΤΜΕΤΖΙΔΟΥ Μ. - ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ Χ. (επιμ.) «Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός», οπ. παρ, σελ. 307-366, ιδ. σελ. 328-329.

star

0 αναγνώστες άφησαν σχόλιο: